Ο Ων

Ο Ων
"Μην κοιτάς τ'αγκάθια...ψάξε για το ρόδο"

17 Νοε 2015

Ἡ Θεολογία τοῦ τέμπλου

Τὸ τέμπλο ἢ φράγμα δὲν εἶναι καινοτομία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέχεια ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.  Τό τέμπλο ἀντικατέστησε τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ (τοῦ Σολομῶντος), ὅπου ἔκρυβε τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό.

Τὸ Εικονοστάσιο ἢ Τέμπλο χωρίζει τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναό, διαχωρίζει τὴν ἁψίδα μαζὶ μὲ τὸ θυσιαστήριο. Ὡστόσο δὲν ἀποτελεῖ διαχωριστικὸ τοῖχος, ἀλλὰ συνδετικὸ κρίκο μεταξὺ τῶν δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ. Εἶναι ἕνα σύνορο ποὺ χωρίζει τὸν ἀνθρώπινο κόσμο (κυρίως ναὸς) ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο (ἱερὸ βῆμα). Τὸ σημερινὸ τέμπλο ποὺ βλέπουμε στὶς ἐκκλησίες μας διαμορφώθηκε ἔτσι ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ «μπαρὸκ» (εἰκονοστάσια Ρωσίας, Βαλκανίων, Ἱεροσολύμων καὶ Ἁγίου Ὄρους). Πάνω στὸ εἰκονοστάσι τοποθετοῦνται οἱ ἱερὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων καὶ μαρτύρων τῆς πίστης μας. Στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου βρίσκεται τὸ λεγόμενο δωδεκάορτο. Ἐπίσης τοποθετοῦνται στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου σὲ μικρὸ μέγεθος οἱ εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Προφητῶν. Στὴν κορυφὴ τοποθετεῖται ὁ σταυρὸς μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ποὺ ἀπεικονίζουν τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διακόσμηση μὲ τὴν ἄμπελο συνήθως συμπληρώνει τὴν ὅλη εἰκόνα τοῦ εἰκονοστασίου.  Οι πιστοὶ εἶναι τὰ κλήματα ποὺ πρέπει νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο τὴν ἀληθινὴ γιὰ νὰ πάρουν τὴ θεία ζωὴ καὶ νὰ ἀνέβουν στὰ οὐράνια.

Τὸ  Ἅγιο  Βῆμα πολὺ  νωρὶς  συνδέθηκε  μὲ  τὸν  χῶρο  τοῦ  ὑπερώου  ὅπου ελαβε  χώρα  ὁ  Μυστικὸς Δεῖπνος. Συμβόλιζε  ἐπίσης  τὸ  θεοδόχο  ὄρος Σινᾶ, στὸ  ὁποῖο  καλυμμένο  «ζόφῳ  καὶ  γνόφῳ  καὶ  θυέλλῃ»  εἰσέρχεται  ὂ  ἱερέας  σὰν  ἄλλος  Μωυσὴς  γιὰ  νὰ  τελετουργήσει  τὸ μυστήριο.

Πολλοὶ  Πατέρες  τῆς  Ἐκκλησίας  μας  ἀσχολήθηκαν  μὲ  τὸ  τέμπλο  καὶ  εἶδαν  διάφορους συμβολισμούς  σ’ αὐτό, ἰδιαιτέρως  ὅμως ἐξαίρονται  τὰ  βημόθυρα,  ἡ Ὡραία  Πύλη.

Σ’ αὐτὰ  εἶδαν  την Θεοτόκο, ἢ  ὁποία  γίνεται  ἡ  θύρα  τὴν  ὁποία  διέρχεται  ὂ  Χριστὸς  γιὰ  νὰ  ἔλθει  στὸν  κόσμο. Ἔτσι  λοιπόν  μὲ  τὴν  διακονία  Της  στὸ  μυστήριο  τῆς  Δεσποτικῆς  Οἰκονομίας  ἡ  Κυρία  Θεοτόκος  ἔγινε  ἡ  Πύλη  ποὺ βλέπει  ἀνατολικά.  Γι΄ αὐτὸ  πρὶν  ἀρχίσει  τὴ  Θεία  Λειτουργία ὁ λειτουργὸς  ἱερέας,  ἀνοίγοντας  τὴν  Ὡραία  Πύλη – ἐπὶ  τῆς  ὁποίας  ἁγιογραφεῖται  συνήθως  ὁ  Εὐαγγελισμὸς  τῆς  Θεοτόκου  – λέγει  τὸ κατανυκτικὸ  τροπάριο  «Τῆς  εὐσπλαχνίας  τὴν  πύλην  ἄνοιξον  ἡμῖν  εὐλογημένη Θεοτόκε…».  Ζητᾶ  ἔτσι  ἀπὸ  τὴν  Παναγία  ν’ ἀνοίξει  τὴν πύλη  τῆς  μητρικῆς  Της  ἀγάπης γιὰ νὰ εἰσέλθει  ὁ Χριστός μεσα στους πιστους  και αυτοί να εισελθουν μεσα  σ’ Αὐτόν.

Θὰ  πρέπει  νὰ  διευκρινιστεῖ  ὅτι  τὸ  τέμπλο  δὲν εἶναι  κάτι  ποὺ διαχωρίζει  τὸ  ἱερὸ  ἀπὸ  τὸ  βέβηλο, τὸ  Ἅγιο  ἀπὸ  τὸ  μὴ  Ἅγιο. Ἴσως  σὲ  κάποια  στιγμή – σὲ ἐποχὲς  καὶ  περιστάσεις  δύσκολες – νὰ  ἀπέκοψε  τρόπον  τινὰ  τὸν  λαὸ  ἀπὸ  τὴν τελεσιουργία  τοῦ  Μυστηρίου  τῶν  Μυστηρίων.  Παρόλα  αὐτὰ  ἀντιθέτως  συμβολίζει  κάτι  τὸ τελείως διαφορετικό.

 Ἄλλες  φορές ἁπλό, ἄλλες πιὸ σύνθετο,  διαφορετικὸ ἀπὸ ναὸ σὲ ναὸ τὸ τέμπλο, ὅπως καὶ νὰ ἔχει, χωρίζει καὶ ταυτόχρονα ἑνώνει τὸν Οὐρανὸ μὲ τὴ Γῆ, Τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο! Ἄλλως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι εἶναι προορισμένο γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπό. Προορισμένο νὰ συμβολίζει τὴ συνάντηση καὶ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ Οὐρανοῦ μὲ τὴ Γῆ, μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρής της Ἐκκλησίας στὴ μεσιτεία καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναδικοῦ Μεγάλου Ἱερέα, τὸ τέμπλο δὲν μοιάζει νὰ ἔχει παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὸ σκοπό του, ἀφοῦ σταματᾶ καὶ συλλαμβάνει, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν  προσευχὴ τοῦ  χριστιανικοῦ συνόλου, ἀντὶ νὰ τὴν  ὁδηγεῖ καὶ  νὰ  την  ἀναμειγνύει, ὅπως  τὸ νερὸ ἀναμειγνύεται  μὲ τὸ κρασὶ  τῆς  Εὐχαριστίας, στὴ   θυσία  τοῦ  Χριστοῦ, κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία.


 Ἐξάλλου  δὲν  πρέπει  νὰ  ξεχνᾶμε  πὼς  κλῆρος  καὶ  λαὸς   συμμετέχουν  στὰ  Μυστήρια  καὶ  πὼς  ὅλοι  μαζί, ὡς  μέλη   τῆς  Ἐκκλησίας   πορευόμαστε  πρὸς  τὴν  Βασιλεία  τῶν  Οὐρανῶν.  Ὁ Θεός ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς ἑνώνει, ὄχι  γιὰ  νὰ  μᾶς  χωρίζει.  Ἡ Θεολογία  τοῦ  τέμπλου  ἐν  κατακλείδι  εἶναι  ὁ  προορισμὸς  ἐκεῖνος τοῦ  Θεοῦ  γιὰ  τὸ  τοῖχος  ἐκεῖνο  ποὺ  χωρίζει  τὸ  ἱερὸ  ἀπὸ  τὸν  ὑπολοιπο Ναό, ποὺ  ναὶ  μὲν  χωρίζει,  ἀλλὰ  ταυτόχρονα  ἑνώνει μυστικὰ  Θεὸ καὶ άνθρωπο!

16 Νοε 2015

Γέννημα της οργής είναι η μνησικακία...


«Γέννημα της οργής είναι η μνησικακία και μνησικακία είναι η συντήρηση της οργής…»

Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ

~ Σαφής,  αλλά και φοβερή, είναι η προειδοποίησις του Κυρίου: «Πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική, ένοχος έσται τη κρίσει» (Ματθ. 5. 22).

Μην οργίζεσαι εναντίον κανενός ανθρώπου, έστω κι αν πραγματικά έχεις απ’ αυτόν αδικηθεί. «Οργή γαρ ανδρός δικαιοσύνην Θεού ου κατεργάζεται» (Ίακ. 1. 20). Γι’ αυτό «ο ήλιος μη επιδυέτω επί τω παροργισμώ υμών… πασά πικρία και θυμός και οργή και κραυγή και Βλασφημία αρθήτω άφ’ υμών συν πάση κακία. Γίνεσθε δε εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς καθώς και ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο υμίν» (Εφ. 4. 26, 31-32).

Μην οργίζεσαι ποτέ εναντίον κανενός και για καμιά αιτία, εκτός κι αν κάποιος θελήσει να σε χωρίσει από τον Θεό και την αγάπη Του. Ποιος όμως έχει τη δύναμη να το κατορθώσει αυτό, αν δεν το θέλεις εσύ ο ίδιος; «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; …Ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε Βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. 8. 35, 38-39).

«Παύσαι από οργής και εγκατάλιπε θυμόν, μη παραζήλου ώστε πονηρεύεσθαι οτι οι πονηρευόμενοι εξολοθρευθήσονται, οι δε υπομένοντες τον Κύριον αυτοί κληρονομήσουσι γην» (Ψαλμ. 36. 8-9). Γράψε μέσα στην καρδιά σου αυτή τη σαφή εντολή πού δίνει ο Θεός με το στόμα του προφήτου, και δίωξε μακριά σου το πάθος της οργής. Δεν υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο καμιά εύλογη αιτία για να οργίζεσαι και να θυμώνεις, εκτός από τις περιπτώσεις πού προσβάλλεται η δόξα του Θεού και περιφρονείται ο νόμος Του. Άλλα και τότε πρέπει να σύζευξης την οργή με τη διάκριση, για να μη βλάψεις την ψυχή σου. «Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Εφ. 4. 26), παραγγέλλει με σοφία ο απόστολος.

Ο Κύριος μας δεν ήταν θυμώδης και οργίλος, αλλά πάντοτε πράος και μακρόθυμος με τους αμαρτωλούς. «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11. 29). Όταν οι μαθητές Του οργισμένοι κατά των Σαμαρειτών πού δεν Τον δέχθηκαν, είπαν «Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβήναι από ουρανού και αναλώσαι αυτούς;», ο Κύριος «επετίμησεν αυτοίς και είπεν ουκ οίδατε ποιου πνεύματος έστε υμείς» (Λουκ. 9. 54-55), Άλλοτε πάλι. διδάσκοντας, έλεγε: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος· εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. 6. 14-15}.

Θα μου πεις: Μα ο τάδε με αδίκησε, με προσέβαλε, με συκοφάντησε, μ’ έβλαψε χωρίς λόγο…

Αλλά πες μου κι εσύ, ποιος αδικήθηκε περισσότερο από τον ίδιο τον Θεό; Ποιος κακολογήθηκε, ποιος συκοφαντήθηκε, ποιος χλευάσθηκε, ποιος ατιμάσθηκε περισσότερο, αν και αναμάρτητος; Ποιος ραπίσθηκε. ποιος εμπτύσθηκε, ποιος μαστιγώθηκε, ποιος τέλος σταυρώθηκε σαν κακούργος, αν και τελείως αθώος; Κι όμως, με όλα αυτά, Εκείνος δεν ωργίσθηκε και δεν κάκισε τους ανόμους σταυρωτές του. Αλλά και πάνω στον Σταυρό ακόμη προσευχόταν λέγοντας: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23. 34).

Η πραότητα μαλακώνει και τις πιο πέτρινες καρδιές. Η οργή σκληραίνει και τις πιο μαλακές. Αν έχεις εξουσία, μην επιβάλλεσαι ποτέ με την οργή, προκαλώντας στους υφισταμένους σου τον φόβο. Είναι καλύτερο να σ’ αγαπούν παρά να σε φοβούνται. Από τον φόβο προέρχονται το ψεύδος και η υποκρισία, από την αγάπη η ειλικρίνεια και η εγκαρδιότητα.

Ο οργισμένος άνθρωπος είναι τυφλός και τρελός. Δεν συναισθάνεται τι λέει και τι κάνει. Συχνά, μετά το ξέσπασμα του, μετανοεί πικρά για όσα άτοπα είπε και έκανε. Γιατί η οργή πού δεν δαμάζεται συγχύζει τον νου, ταράζει την ψυχή, καταστρέφει τη λογική, φυγαδεύει το Πνεύμα του Θεού και αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στα χέρια του διαβόλου. Όποιος δαμάζει τον θυμό του, εύκολα θα συγκράτηση τον εαυτό του απ’ όλα τα κακά.

Αν λοιπόν συμβεί ποτέ να οργιστείς με κάποιον, μην πεις τίποτα. Σιώπησε ή φύγε, και μην επιτρέψεις να βγει από μέσα σου η φλόγα της οργής, πού θα κατακαύσει και σένα κι εκείνους πού σε περιβάλλουν. Και όταν η καρδιά σου ειρήνευση, τότε πες, αν χρειάζεται, δυο λόγια αγάπης για την «οικοδομήν της χρείας». Ένας ειρηνικός και πράος λόγος είναι πιο καρποφόρος και πειστικός από χίλια λόγια οργισμένα, έστω και σωστά.

Τέλος, πάντα να θυμάσαι πώς αν ήσουν ταπεινός δεν θα οργιζόσουν. Η οργή είναι η πιο εκλεκτή θυγατέρα του εγωισμού. Όπου εμφανισθεί η ταπείνωσις εξαφανίζεται σαν καπνός ο θυμός.

Γέννημα τής οργής είναι η μνησικακία. Μνησικακία είναι η συντήρησις της οργής, μια διαρκής κακία, σαράκι τής ψυχής, ένα καρφί μπηγμένο μόνιμα στην ψυχή, φονευτής τής αγάπης, της προσευχής, τής μετανοίας και όλων των αρετών. Αν θέλεις να νικήσεις τη μνησικακία, πολέμησε το πάθος τής οργής, πού τη γεννά. Αν θέλεις όμως να τη φονεύσεις. τότε πρέπει πρώτα να παλέψεις για την απόκτηση τής αγάπης και τής ταπεινώσεως. Μέχρι τότε, χρησιμοποίησε σαν προσωρινό βάλσαμο για την κατασίγαση του πάθους την ανάμνηση των παθημάτων του Κυρίου Ιησού Χρίστου. Η ανάμνησις των φρικτών παθών και του σταυρικού Του θανάτου θα μαλακώσει την ψυχή σου πού μνησικακεί. Γιατί θα αισθανθείς υπερβολική ντροπή αναλογιζόμενος τη δική Του ανεξικακία.

από το βιβλίο: «Πνευματικό  Αλφάβητο» Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ , (Ιερά Μονή Παρακλήτου, ΩΡΩΠΟΣ  ΑΤΤΙΚΗΣ, 1996).

Κανόνες χριστιανικής ζωής


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

9 ῾Η ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ,  10 τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι,  11 τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες,  12 τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες,  13 ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες.  14 εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.  15 χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων.  16 τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς.  17 μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες. προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων·  18 εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες.  19 μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος.  20 ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.  21 μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν.

Μετάφραση

9 Η αγάπη ας είναι ανυπόκριτη. Να απεχθάνεστε το κακό και να προσκολλάστε στο αγαθό. 10 Ως προς τη φιλαδελφία να είστε φιλόστοργοι ο ένας προς τον άλλο. Ως προς την εκτίμηση να προηγείται ο ένας του άλλου.  11 Ως προς το ζήλο να μην είστε οκνηροί, ως προς το πνεύμα να βράζετε, στον Κύριο να υπηρετείτε ως δούλοι.  12 Στην ελπίδα να χαίρετε, στη θλίψη να υπομένετε, στην προσευχή να επιμένετε καρτερικά.  13 Στις ανάγκες των αγίων να συμμετέχετε, τη φιλοξενία να επιδιώκετε.  14 Ευλογείτε όσους σας καταδιώκουν, ευλογείτε και μην καταριέστε.  15 Να χαίρετε με όσους χαίρονται, να κλαίτε με όσους κλαίνε.  16 Το ίδιο πράγμα να φρονείτε μεταξύ σας. να μην υψηλοφρονείτε, αλλά με τους ταπεινούς να συγκαταβαίνετε. Μη θεωρείτε τους εαυτούς σας φρόνιμους. 17 Σε κανέναν να μην ανταποδίδετε κακό αντί κακού. Να προνοείτε τα καλά μπροστά σε όλους τους ανθρώπους.  18 Αν είναι δυνατό, όσο εξαρτάται από εσάς, να ειρηνεύετε με όλους τους ανθρώπους.  19 Να μην εκδικείστε τους εαυτούς σας, αγαπητοί, αλλά δώστε τόπο στην οργή, γιατί είναι γραμμένο: Σ’ εμένα ανήκει η εκδίκηση, εγώ θα ανταποδώσω, λέει ο Κύριος. 20 Αλλά αν πεινά ο εχθρός σου, δώσε του να φάει. Αν διψά, δώσε του να πιει. Γιατί κάνοντας αυτό θα μαζέψεις πυρωμένα κάρβουνα πάνω στο κεφάλι του.  21 Μη νικιέσαι από το κακό, αλλά νίκα το κακό με το αγαθό.

Η ποιμαντική σκέψη της εβδομάδος-16 Νοεμβρίου

Περί πονηρῆς συνείδησης

Πονηρή συνείδηση είναι η συνείδηση του ανθρώπου που παραβαίνει τον θείο ηθικό νόμο, ζητώντας πάντα την επικράτηση του δικού του θελήματος, το οποίο του υπαγορεύει το ίδιο του το εγώ. Η συνείδηση αυτού του ανθρώπου έχει πλέον διαστραφεί από την εσκοτισμένη του διάνοια και την επικράτηση μέσα του του νόμου της αμαρτίας, και δεν ξεσηκώνεται πια, ούτε διαμαρτύρεται για τις παραβάσεις του ηθικού νόμου, διότι αθέτησε και νόμο και Νομοθέτη, και η αμαρτία σκοτείνιασε τα μάτια της ψυχής του, ώστε να μη βλέπει το φως του ηθικού νόμου, το φως της αλήθειας. Βούλωσε τα’ αυτιά του για να μην ακούει τον λόγο του Θεού , σκότισε τον νου του ώστε να μην κατανοεί, σκλήρυνε και απολίθωσε την καρδιά του ώστε να μην συναισθάνεται. Η συνείδηση ενός τέτοιου ανθρώπου έχει πωρωθεί.

Αυτός που έχει πονηρή συνείδηση, ζει μέσα στην κακία, σκέπτεται και επιδιώκει τα πονηρά, επιθυμεί τα κακά και εργάζεται την ανομία. Σε τίποτα δεν έχει θάρρος . Τρέμει ακόμη και τους δούλους και βλέπει τους πάντες καχύποπτα. Στην καρδιά του βασιλεύει ταραχή και την κατακυριεύουν ο θυμός και η οργή. Αυτός που έχει πονηρή συνείδηση κολάζεται από την πονηρία, πριν από την ώρα της κόλασης, σαν να βρίσκεται κιόλας σ’ αυτή.

«ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Γ΄ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ, Αθήνα 2011 

Για να είμαστε ...'Ανθρωποι

...Μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε να είμαστε οι άνθρωποι που ξεχνάμε και αρνούμεθα τον εαυτό μας. Να είμαστε εκείνοι που δίνομε τον εαυτό μας, όχι σαν εκείνον που έλεγε:" Έζησα δια τον εαυτόν μου, εσκέφθην δια τον εαυτόν μου, δια τον εαυτόν μου, δια κανέναν άλλον", ωσάν ο Χριστός να μην έζησε ποτέ, ωσάν Εκείνος ποτέ να μην απέθανε.

Ω, αγαπητοί μου, οι άνθρωποι που είναι τριγύρω σου, στο σπίτι σου αλλά και έξω, έχουν την ανάγκη σου. Υπάρχει μια φρικτή κατάρα μέσα στη ζωή μας, η κατάρα της μοναξιάς που βαραίνει πολλούς ανθρώπους. Θυμάστε εκείνη τη γυναίκα που αυτοκτόνησε εβδομήντα χρονών, διότι, όπως είπε, δεν βρέθηκε κανείς να την αγαπήσει στη ζωή. Οι άνθρωποι ζουν κλεισμένοι στην μοναξιά τους και πολλές φορές δεν υπάρχει κάποιος να τους δείξει λίγη αγάπη....

Όλοι γύρω μας, πτωχοί και πλούσιοι, μικροί και μεγάλοι, μας έχουν ανάγκη. Η στοργή, η τρυφερότης, το δόσιμο ας χαρακτηρίζουν την ζωή μας. Να ζούμε κοντά στους άλλους και για τους άλλους. "Ο πλησίον εστίν ο θεμέλιος"*, το κριτήριο δηλαδή της πνευματικότητάς μας είναι ο πλησίον, όπως λέγει ένας ασκητής. Να αγαπούμε τους άλλους όχι από καλωσύνη, αλλά από μία συνείδηση ευθύνης που έχουμε προς αυτούς.


Και τέλος, εάν χρειασθεί, να δώσουμε και το αίμα μας για τον Χριστό και τους ανθρώπους. Να είμεθα πρόθυμοι να θυσιασθούμε. Πάντως, κάτι πρέπει να υστερούμεθα για Εκείνον. Να πάσχωμε, να υποφέρωμε για τον Χριστόν, αλλοιώς, χωρίς το χαρακτηριστικό του πάθους, η ζωή μας θα είναι κολοβή ζωή...


αρχ. Αιμιλιανού, Περί Θεού Λόγος Αισθήσεως, εκδ. Ίνδικτος, σελ 207-209

*Αποφθέγματα Γερόντων, Αββά Ιωάννου του Κολοβού

14 Νοε 2015

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ- Γ.Πορφυρίου


Ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό. Ἔτσι μόνο θ' ἀποκτήσομε τὴν χάρι, τὸν οὐρανό, τὴν αἰώνια ζωή.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσομε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μυστικά. Θὰ νιώθομε τότε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ' τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α’ Ἰωάν. 4, 20). Ν' ἀγαπᾶμε, νὰ θυσιαζόμαστε γιὰ ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς νὰ ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δὲν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής.

Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε καὶ νὰ τοὺς συμπονᾶτε ὅλους. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη• ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α' Κορ. 12, 26-27). Αὐτὸ εἶναι Ἐκκλησία• ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νὰ μὴ ζητᾶμε, «ἐγὼ νὰ σταθῶ, ἐγὼ νὰ πάω στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ νὰ νιώθομε γιὰ ὅλους αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.

Ἔτσι, ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας» (Πρβλ. Ἐφ. 5, 30). Μπορῶ ν' ἀδιαφορήσω γι' αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἂς διαβάσομε ἀπ' τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή. Προσέξτε τοὺς στίχους: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς... ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί... ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν... ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν... ἵνᾳ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ» (Ἰωάν. 17, 11• 21• 22• 23• 24).

Βλέπετε; Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει. Τονίζει τὴν ἑνότητα. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό! Ὅπως ἕνα εἶναι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δὲν λέγει κάτι τέτοιο. Κανεὶς δὲν ζητάει αὐτὴ τὴ λεπτότητα ποὺ ζητάει ὁ Χριστός, νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα σὺν Χριστῷ. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πλήρωμα. Σ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα, σ' αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δὲν χωράει, κανεὶς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νὰ φθάσεις νὰ λέεις τότε μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἔμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20).

Μποροῦμε πολὺ εὔκολα νὰ φθάσομε σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας. «Κρούει τὴν θύραν» καὶ «καινὰ ποιεῖ πάντα», ὅπως λέγει στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου (Πρβλ. Ἀποκ. 3, 20• 21, 5). Μεταβάλλεται ἡ σκέψη μας, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν κακία, γίνεται πιὸ καλή, πιὸ ἁγία, πιὸ εὔστροφος. Ἄν, ὅμως, δὲν ἀνοίξομε τοῦ κρούοντας τὴν θύραν, ἂν δὲν ἔχομε ἐκεῖνα ποὺ θέλει Αὐτός, ἂν δὲν εἴμαστε ἄξιοί Του, τότε δὲν μπαίνει στὴν καρδιά μας. Γιὰ νὰ γίνομε ὅμως ἄξιοί Του, πρέπει ν' ἀποθάνομε κατὰ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνομε ποτὲ πλέον. Τότε θὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἐνσωματωμένοι μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ ἔλθει ἡ θεία χάρις. Καὶ ἅμα θὰ ἔλθει ἡ χάρις, θὰ μᾶς τὰ δώσει ὅλα.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος εἶδα κάποτε κάτι πού μοῦ ἄρεσε πολύ. Μέσα σὲ μία βάρκα στὴ θάλασσα μοναχοὶ κρατοῦσαν διάφορα ἱερὰ ἀντικείμενα. Καταγόταν ὁ καθένας ἀπὸ διαφορετικὸ τόπο, ἐν τούτοις ἔλεγαν, «αὐτὸ εἶναι δικό μας» καὶ ὄχι «δικό μου».

Ἂς σκορπίζομε σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη μας ἀνιδιοτελῶς

Ὑπεράνω ὅλων ἡ ἀγάπη. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ, παιδιά μου, εἶναι ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο, ἡ ψυχή του. Ὅ,τι κάνομε, προσευχή, συμβουλή, ὑπόδειξη, νὰ τὸ κάνομε μὲ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν ἀγάπη ἡ προσευχὴ δὲν ὠφελεῖ, ἡ συμβουλὴ πληγώνει, ἡ ὑπόδειξη βλάπτει καὶ καταστρέφει τὸν ἄλλον, ποὺ αἰσθάνεται ἂν τὸν ἀγαπᾶμε ἢ δὲν τὸν ἀγαπᾶμε καὶ ἀντιδρᾶ ἀναλόγως. Ἀγάπη, ἀγάπη, ἀγάπη! Ἡ ἀγάπη στὸν ἀδελφὸ μᾶς προετοιμάζει ν' ἀγαπήσομε περισσότερο τὸν Χριστό. Ὡραῖο δὲν εἶναι;

Ἂς σκορπίζομε σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη μας ἀνιδιοτελῶς, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ στάση τους. Ὅταν ἔλθει μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἐνδιαφερόμαστε ἃν μᾶς ἀγαπᾶνε ἢ ὄχι, ἃν μᾶς μιλᾶνε μὲ καλοσύνη. Θὰ νιώθομε τὴν ἀνάγκη ἐμεῖς νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε ὅλους. Εἶναι ἐγωισμὸς νὰ θέλομε οἱ ἄλλοι νὰ μᾶς μιλᾶνε μὲ καλοσύνη. Ἂς μή μᾶς στενοχωρεῖ τὸ ἀντίθετο. Ἂς ἀφήσομε τοὺς ἄλλους νὰ μᾶς μιλᾶνε ὅπως αἰσθάνονται. Ἂς μὴ ζητιανεύομε τὴν ἀγάπη. Ἐπιδίωξή μας νὰ εἶναι ν' ἀγαπᾶμε καὶ νὰ προσευχόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν ψυχὴ γιὰ κείνους. Τότε θὰ προσέξομε ὅτι ὅλοι θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκομε, χωρὶς καθόλου νὰ ζητιανεύομε τὴν ἀγάπη τους. Θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε ἐλεύθερα καὶ εἰλικρινὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τους χωρὶς νὰ τοὺς ἐκβιάζομε. Ὅταν ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ ἐπιδιώκομε νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε, θὰ μαζεύονται ὅλοι κοντά μας σὰν τὶς μέλισσες. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας.

Ἂν ὁ ἀδελφός σου σ' ἐνοχλεῖ, σὲ κουράζει, νὰ σκέπτεσαι: «Τώρα μὲ πονάει τὸ μάτι μου, τὸ χέρι μου, τὸ πόδι μου• πρέπει νὰ τὸ περιθάλψω μ' ὅλη μου τὴν ἀγάπη» (Πρβλ. Α' Κορ. 12,21). Νὰ μὴ σκεπτόμαστε, ὅμως, οὔτε ὅτι θὰ ἀμειφθοῦμε γιὰ τὰ δῆθεν καλά, οὔτε ὅτι θὰ τιμωρηθοῦμε γιὰ τὰ κακὰ ποὺ διαπράξαμε. Ἔρχεσαι εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας, ὅταν ἀγαπάεις μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τότε δὲν ζητάεις νὰ σ' ἀγαπᾶνε• αὐτὸ εἶναι κακό. Ἐσὺ ἀγαπάεις, ἐσὺ δίνεις τὴν ἀγάπη σου• αὐτὸ εἶναι τὸ σωστό. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νὰ σωθοῦμε. Ὁ Θεὸς τὸ θέλει. Ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «... πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (A' Τιμ. 2,4).

«...μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους»

Ὅταν κάποιος μᾶς ἀδικήσει μ' ὁποιονδήποτε τρόπο, μὲ συκοφαντίες, μὲ προσβολές, νὰ σκεπτόμαστε ὅτι εἶναι ἀδελφός μας ποὺ τὸν κατέλαβε ὁ ἀντίθετος. Ἔπεσε θύμα τοῦ ἀντιθέτου. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ τὸν συμπονέσομε καὶ νὰ παρακαλέσομε τὸν Θεὸ νὰ ἐλεήσει κι ἐμᾶς κι αὐτὸν κι ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει καὶ τοὺς δύο. Ἄν, ὅμως, ὀργισθοῦμε ἐναντίον του, τότε ὁ ἀντίθετος ἀπὸ κεῖνον θὰ πηδήσει σ' ἐμᾶς καὶ θὰ μᾶς παίζει καὶ τοὺς δύο. Ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, δὲν ἀγαπάει τὸν Χριστό. Ὁ ἐγωισμὸς φταίει. Από κεῖ ξεκινάει ἡ κατάκριση. Θὰ σᾶς πῶ ἕνα μικρὸ παράδειγμα.

Ἂς ὑποθέσομε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος βρίσκεται μόνος του στὴν ἔρημο. Δὲν ὑπάρχει κανείς. Ξαφνικὰ ἀκούει κάποιον ἀπὸ μακριὰ νὰ κλαίει καὶ νὰ φωνάζει. Πλησιάζει κι ἀντικρίζει ἕνα φοβερὸ θέαμα: μία τίγρις ἔχει ἁρπάξει ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸν καταξεσχίζει μὲ μανία. Ἐκεῖνος ἀπελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σὲ λίγα λεπτὰ θὰ τὸν κατασπαράξει. Τί νὰ κάνει, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει; Νὰ τρέξει κοντά του; Πῶς; Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Νὰ φωνάξει; Ποιόν; Κανεὶς ἄλλος δὲν ὑπάρχει. Μήπως θὰ πάρει καμιὰ πέτρα νὰ τήνε ρίξει στὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀποτελειώσει; «Ὄχι, βέβαια!», θὰ ποῦμε. Κι ὅμως αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει, ὅταν δὲν καταλαβαίνομε ὅτι ὁ ἄλλος πού μᾶς φέρεται ἄσχημα κατέχεται ἀπὸ τὸν διάβολο, τὴν τίγρη. Μᾶς διαφεύγει ὅτι, ὅταν κι ἐμεῖς τὸν ἀντιμετωπίζομε χωρὶς ἀγάπη, εἶναι σὰν νὰ τοῦ ρίχνομε πέτρες πάνω στὶς πληγές του, ὁπότε τοῦ κάνομε πολὺ κακὸ καὶ ἡ «τίγρις» μεταπηδάει σ' ἐμᾶς καὶ κάνομε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἐκεῖνος καὶ χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν πλησίον μας καί, πολὺ περισσότερο, γιὰ τὸν Θεό;

Νὰ αἰσθανόμαστε τὴν κακία τοῦ ἄλλου σὰν ἀρρώστια ποὺ τὸν βασανίζει καὶ ὑποφέρει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ. Γι' αὐτὸ νὰ βλέπομε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ συμπάθεια καὶ νὰ τοὺς φερόμαστε μὲ εὐγένεια λέγοντας μέσα μας μὲ ἁπλότητα τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», γιὰ νὰ δυναμώσει μὲ τὴ θεία χάρι ἡ ψυχή μας καὶ νὰ μὴν κατακρίνομε κανένα. Ὅλους γιὰ ἁγίους νὰ τοὺς βλέπομε. Ὅλοι μας μέσα φέρομε τὸν ἴδιο παλαιὸ ἄνθρωπο. Ὁ πλησίον, ὅποιος κι ἂν εἶναι, εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας», εἶναι ἀδελφός μας καὶ «μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους», σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο (Ρωμ. 13,8). Δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ κατηγορήσομε τοὺς ἄλλους, γιατί «οὐδεὶς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν» (Ἐφ. 5, 29).

Ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα πάθος, νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοῦ ρίχνομε ἀκτίνες ἀγάπης κι εὐσπλαγχνίας, γιὰ νὰ θεραπεύεται καὶ νὰ ἐλευθερώνεται. Μόνο μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνονται αὐτά. Νὰ σκέπτεσθε ὅτι αὐτὸς ὑποφέρει περισσότερο ἀπὸ ἐσᾶς. Στὸ κοινόβιο, ὅταν κάποιος φταίει, νὰ μὴν τοῦ ποῦμε ὅτι φταίει. Νὰ στεκόμαστε μὲ προσοχή, σεβασμὸ καὶ προσευχή. Ἐμεῖς νὰ προσπαθοῦμε νὰ μὴν τὸ κάνομε τὸ κακό. Ὅταν ὑπομένομε τὴν ἀντιλογία τοῦ ἀδελφοῦ, λογίζεται μαρτύριο. Νὰ τὸ κάνομε μὲ χαρά.
Ὁ χριστιανὸς εἶναι εὐγενής. Νὰ προτιμᾶμε ν' ἀδικούμαστε. Ἅμα ἔλθει μέσα μας τὸ καλό, ἡ ἀγάπη, ξεχνᾶμε τὸ κακὸ πού μᾶς κάνανε. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μυστικό. Ὅταν τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ μακριά, δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ ἀποφύγετε. Ἡ μεγάλη τέχνη εἶναι, ὅμως, νὰ τὸ περιφρονήσετε. Μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ θὰ τὸ βλέπετε, δὲν θὰ σᾶς ἐπηρεάζει, διότι θὰ εἶστε πλήρεις χάριτος.

Στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι ἀλλιώτικα. Ἐκεῖ κανεὶς τὰ δικαιολογεῖ στοὺς ἄλλους ὅλα.Ὅλα! Τί εἴπαμε; «Ὁ Χριστὸς βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45). Ἐγὼ ἐσένα βγάζω φταίχτη, ἔστω κι ἄν μοῦ λέεις ὅτι φταίει ὁ τάδε ἢ ἡ τάδε. Τελικὰ σὲ κάτι φταίεις καὶ τὸ βρίσκεις, ὅταν σοῦ τὸ πῶ. Αὐτὴ τὴ διάκριση ν' ἀποκτήσετε στὴ ζωή σας. Νὰ ἐμβαθύνετε στὸ καθετὶ καὶ νὰ μὴν τὰ βλέπετε ἐπιφανειακά. Ἂν δὲν πᾶμε στὸν Χριστό, ἂν δὲν ὑπομένομε, ὅταν πάσχομε ἀδίκως, θὰ βασανιζόμαστε συνέχεια. Τὸ μυστικὸ εἶναι ν' ἀντιμετωπίζει κανεὶς τὶς καταστάσεις μὲ πνευματικὸ τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος:

«Ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀφείλομε νὰ τοὺς βλέπομε σὰν ἕνα καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὅτι στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ νὰ ἔχομε γιὰ τὸν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσομε γιὰ χάρη του καὶ τὴ ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νὰ μὴ λέμε, οὔτε νὰ θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλὰ ὅλους νὰ τοὺς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἂν δεῖς ἕναν ἀδελφὸ νὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ πάθη, νὰ μὴν τὸν μισήσεις αὐτὸν• μίσησε τὰ πάθη ποὺ τὸν πολεμοῦν. Κι ἂν τὸν δεῖς νὰ τυραννεῖται ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μὴν τυχὸν δοκιμάσεις καὶ σὺ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπὸ ὑλικὸ ποὺ εὔκολα γυρίζει ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ κακό". Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ σὲ προετοιμάζει ν' ἀγαπήσεις περισσότερο τὸν Θεό. Τὸ μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό. Γιατί, ἂν δὲν ἀγαπάεις τὸν ἀδελφό σου ποὺ τὸν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατὸν ν' ἀγαπάεις τὸν Θεὸ ποὺ δὲν Τὸν βλέπεις; " Ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ὰδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;"»

Ν' ἀγωνιζόμαστε νὰ στέλνομε τὴν ἀγαθή μας διάθεση

Νὰ ἔχομε ἀγάπη, πραότητα, εἰρήνη. Ἔτσι βοηθᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας, ὅταν κυριεύεται ἀπ' τὸ κακό. Μυστικὰ ἀκτινοβολεῖ τὸ παράδειγμα, ὄχι μόνον ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι παρών, ἀλλὰ κι ὅταν δὲν εἶναι. Ν' ἀγωνιζόμαστε νὰ στέλνομε τὴν ἀγαθή μας διάθεση. Ἀκόμη καὶ λόγια ὅταν λέμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν τὴν ἐγκρίνομε, αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ τὸν ἀπωθοῦμε. Ἐνῶ ἂν εἴμαστε ἐλεήμονες καὶ τὸν συγχωροῦμε, τὸν ἐπηρεάζομε —ὅπως τὸν ἐπηρεάζει καὶ τὸ κακὸ— κι ἂς μὴ μᾶς βλέπει.

Νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε μ' ἐκείνους ποὺ εἶναι βλάσφημοι, ἀντίθεοι, διῶκτες κ.λπ. Ἡ ἀγανάκτηση κάνει κακό. Τὰ λόγια τους, τὴν κακία τους νὰ μισήσομε, τὸν ἄνθρωπο, ὅμως, ποὺ τὰ εἶπε νὰ μὴν τὸν μισήσομε, οὔτε ν' ἀγανακτήσομε ἐναντίον του. Νὰ προσευχηθοῦμε γι’αὐτόν. Ὁ χριστιανὸς ἔχει ἀγάπη καὶ εὐγένεια καὶ φέρεται ἀνάλογα.

Ὅπως ἕνας ἀσκητής, χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανείς, ὠφελεῖ τὸν κόσμο, διότι τὸ κύμα τῆς προσευχῆς του ἐπηρεάζει τὸν ἄλλο, μεταφέρει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στὸν κόσμο, ἔτσι κι ἐσεῖς νὰ σκορπᾶτε τὴν ἀγάπη σας, χωρὶς νὰ περιμένετε ἀνταπόδοση• μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν ὑπομονή, τὸ μειδίαμα...

Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι ἀκραιφνής. Καὶ μόνον ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀκραιφνὴς ἀγάπη. Στὸ πρόσωπο πού μᾶς κουράζει καὶ μᾶς δυσκολεύει ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ προσφέρεται μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς ὁ ἄλλος νὰ καταλαβαίνει ὅτι κάνομε προσπάθεια γιὰ νὰ τὸν ἀγαπήσομε. Καὶ νὰ μὴν πολυεκδηλωνόμαστε ἐξωτερικά, γιατί τότε τὸν κάνομε ν' ἀντιδρᾶ. Ἡ σιωπὴ σώζει ἀπ' ὅλα τὰ κακά. Ἐγκράτεια τῆς γλώσσης —μέγα πράγμα! Κατὰ ἕνα μυστικὸ τρόπο, ἡ σιωπὴ ἀκτινοβολεῖ στὸν πλησίον. Νὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ἱστορία.

Μιὰ μοναχή, ποὺ ἤθελε πολὺ τὴν τάξη, εἶπε στὸν Γέροντά της ἀγανακτισμένη:

— Ἡ τάδε ἀδελφή μᾶς ἀναστατώνει στὸ μοναστήρι μὲ τὶς δυσκολίες της καὶ τὸ χαρακτήρα της. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ὑποφέρομε.

Κι ὁ Γέροντας ἀπάντησε:

— Ἐσὺ εἶσαι χειρότερη ἀπ' αὐτήν.
Ἡ μοναχὴ στὴν ἀρχὴ ἀντέδρασε καὶ ἐξεπλάγη, ἀλλὰ μετὰ τὶς ἐξηγήσεις τοῦ Γέροντα τὸ κατάλαβε καὶ εὐχαριστήθηκε πολύ. Τῆς εἶπε, δηλαδή, ὁ Γέροντας:
— Ἐνῶ ἐκείνη τὴν κυριεύει τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ φέρεται ἄσχημα, κυριεύει κι ἐσένα, ποὺ εἶσαι τάχα σὲ καλύτερη κατάσταση, καὶ σᾶς παίζει καὶ τὶς δύο. Ἡ ἀδελφὴ ἔρχεται σ' αὐτὴ τὴν κατάσταση χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἀλλὰ κι ἐσὺ μὲ τὴν ἀντίδρασή σου καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ἀγάπης σου κάνεις τὸ ἴδιο. Ἔτσι οὔτε κι αὐτὴν ὠφελεῖς κι ἐσὺ βλάπτεσαι.

Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικὰ.

Ὅταν βλέπομε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ μὴν ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρούμαστε. Μὲ τὴ στενοχώρια δὲν κάναμε ἀπολύτως τίποτα. Οὔτε καὶ μὲ τὶς ὑποδείξεις. Οὔτε αὐτὸ εἶναι σωστό. Ὑπάρχει ἕνα μυστικό• ἂν τὸ καταλάβομε, θὰ βοηθήσομε. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ προσευχή μας, ἡ ἀφοσίωσή μας στὸν Θεό, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Ἐμεῖς, μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὴ λαχτάρα μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ προσελκύσομε τὴν χάρι, ὥστε νὰ περιλούσει τοὺς ἄλλους, ποὺ εἶναι πλησίον μας, νὰ τοὺς ξυπνήσει, νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς τὸ θεῖο ἔρωτα. Ἤ, μᾶλλον, ὁ Θεὸς θὰ στείλει τὴν ἀγάπη Του νὰ τοὺς ξυπνήσει ὅλους. Ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε, θὰ τὸ κάνει ἡ χάρις Του. Μὲ τὶς προσευχές μας θὰ κάνομε ὅλους ἀξίους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε. Θυμηθεῖτε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τί λέγει: «Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. 5,20). Ὅταν τὸ θυμᾶστε αὐτό, θὰ αἰσθάνεσθε ὅτι αὐτοὶ εἶναι πιὸ ἄξιοι κι ἀπό σᾶς κι ἀπὸ μένα. Τοὺς βλέπομε ἀδύνατους, ἀλλὰ ὅταν ἀνοίξουνε στὸν Θεό, γίνονται πλέον ὅλο ἀγάπη κι ὅλο θεῖο ἔρωτα. Ἐνῶ εἴχανε συνηθίσει ἀλλιῶς, τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους τὴ δίδουν μετὰ ὅλη στὸν Χριστὸ καὶ γίνονται φωτιὰ ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ λέμε «πεταμένες».

Νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νὰ βιαζόμαστε, οὔτε νὰ κρίνομε ἀπὸ πράγματα ἐπιφανειακὰ κι ἐξωτερικά. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, βλέπετε μία γυναίκα γυμνὴ ἢ ἄσεμνα ντυμένη, νὰ μὴ μένετε στὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ νὰ μπαίνετε στὸ βάθος, στὴν ψυχή της. Ἴσως εἶναι πολὺ καλὴ ψυχὴ κι ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις, ποὺ τὶς ἐκδηλώνει μὲ τὴν ἔξαλλη ἐμφάνιση. Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τὴ δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νὰ ἑλκύσει τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπό ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τὰ πράγματα. Σκεφθεῖτε αὐτὴ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Θὰ πιστέψει, κι ὅλη αὐτὴ τὴν ὁρμὴ θὰ τὴ στρέψει στὸν Χριστό. Θὰ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ἁγία.
Εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας νὰ ἐπιμένομε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοί. Στὴν πραγματικότητα, θέλομε ἐμεῖς νὰ γίνομε καλοὶ κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε, τὸ ἀπαιτοῦμε ἀπ' τοὺς ἄλλους κι ἐπιμένομε σ' αὐτό. Κι ἐνῶ ὅλα διορθώνονται μὲ τὴν προσευχή, ἐμεῖς πολλὲς φορὲς στενοχωρούμεθα κι ἀγανακτοῦμε καὶ κατακρίνομε.

Πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ τοὺς φόβους μας καὶ τὴν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρὶς νὰ τὸ θέλομε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνομε, κάνομε κακὸ στὸν ἄλλον, ἔστω κι ἂν τὸν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τὸ παιδί της. Ἡ μάνα μεταδίδει στὸ παιδὶ ὅλο τὸ ἄγχος της γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὑγεία του, γιὰ τὴν πρόοδό του, ἔστω κι ἂν δὲν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἐκδηλώνει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα της. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ἡ φυσικὴ ἀγάπη δηλαδή, μπορεῖ κάποτε νὰ βλάψει. Δὲν συμβαίνει, ὅμως, τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, τὸν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.

Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι μόνον ἐν Χριστῷ. Γιὰ νὰ ὠφελήσεις τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ζεῖς μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ ὠφελήσεις τὸν συνάνθρωπό σου. Δὲν πρέπει νὰ βιάζεις τὸν ἄλλο. Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα του, θὰ ἔλθει ἡ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ προσεύχεσαι γι' αὐτόν. Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικά. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ του καὶ τὸν βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ εἶναι τὸ λεπτὸ σημεῖο. Ἅμα δεχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἕνα ἄπλετο φῶς θὰ ἔλθει πάνω του, ποὺ δὲν τὸ ἔχει δεῖ ποτέ. Θὰ βρεῖ ἔτσι τὴ σωτηρία.

Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλὸ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας.

Νὰ εἴμαστε ζηλωταί. Ζηλωτὴς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει ὁλόψυχα τὸν Χριστὸ καὶ στὸ ὄνομά Του διακονεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους• αὐτὸ εἶναι ζευγάρι, δὲν χωρίζει. Πάθος, πόθος, δάκρυα, μὲ κατάνυξη, ὄχι σκόπιμα. Ὅλα ἀπὸ καρδιά!

Ὁ φανατισμὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν Χριστό. Νὰ εἶσαι χριστιανὸς ἀληθινός. Τότε κανένα δὲν θὰ παρεξηγεῖς, ἀλλὰ «ἡ ἀγάπη σου πάντα θὰ στέγει» (Πρβλ. A'Kορ. 13,7). Καὶ στὸν ἀλλόθρησκο, χριστιανός. Δηλαδὴ νὰ τὸν τιμάεις ἄσχετα μὲ τὴ θρησκεία του μὲ ἕναν εὐγενικὸ τρόπο. Μπορεῖς νὰ περιποιηθεῖς ἕναν Ὀθωμανό, ὅταν ἔχει ἀνάγκη, νὰ τοῦ μιλήσεις, ν' ἀναστραφεῖς μαζί του. Νὰ ὑπάρχει σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου. Ὅπως ὁ Χριστὸς «ἵσταται ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούει», χωρὶς νὰ τὴν παραβιάζει, ἀλλὰ περιμένει τὴν ψυχὴ μόνη της κι ἐλεύθερα νὰ Τὸν δεχθεῖ, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ στεκόμαστε μπροστὰ στὴν κάθε ψυχή.

Στὴν ἱεραποστολικὴ προσπάθεια νὰ ὑπάρχει λεπτὸς τρόπος, ὥστε οἱ ψυχὲς νὰ δέχονται ὅ,τι προσφέρομε, λόγια, βιβλία, χωρὶς ν' ἀντιδροῦν. Καὶ κάτι ἀκόμη. Λίγα λόγια. Τὰ λόγια ἠχοῦν στ' αὐτιὰ καὶ ἐκνευρίζουν πολλὲς φορές. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ζωὴ ἔχουν ἀπήχηση. Ἡ ζωὴ συγκινεῖ, ἀναγεννᾶ καὶ ἀλλοιώνει, ἐνῶ τὰ λόγια μένουν ἄκαρπα. Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλό μας παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας. Ἀκοῦστε ἕνα σχετικὸ παράδειγμα.

Κάποτε ἕνας παπὰς εἶχε πάει σὲ μία ὁμιλία μὲ μορφωμένους• τὸν εἶχε πάρει μαζί του ἕνας ἐξάδελφός του. Ὁ ὁμιλητὴς εἶπε πολλὰ πάνω σ' ἕνα θέμα μαρξιστικό. Οἱ ἀκροατές του ἐνθουσιάσθηκαν καὶ τὸν ἐχειροκρότησαν στὸ τέλος. Ἀλλά, ὅπως ἦταν ἀκόμη πάνω στὴν ἕδρα, εἶδε τὸν παπὰ καὶ εἶπε:

— Ἔχομε κι ἕναν παπὰ στὴν ὁμιλία μας. Ἂν μπορεῖ, νὰ μᾶς ἔλεγε τὸ θέμα ἀπὸ θρησκευτικῆς καὶ φιλοσοφικῆς πλευρᾶς.
Τὸ εἶπε εἰρωνικὰ νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν ταπεινώσει καὶ θὰ ἐξευτελίσει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ παπὰς σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Τί νὰ σοῦ πῶ ἐγώ, παιδί μου, δὲν ξέρω, ἀλλὰ ἔχω ἀκούσει• ὁ τάδε σοφὸς λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε... κ.λπ., κ.λπ. Ὁ Μωυσῆς λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Δαβίδ, ὁ Χριστός. Συνέχισε λέγοντας αὐτὸ τὸ χωρίο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «...ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;... τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἔξελέξατο ὁ Θεός, ἴνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνη... ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Α'Κόρ. 1, 20•27•29).

Ἔκλεισε τὸ στόμα ὁ «σοφός», ὁ ὁμιλητής.Τὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ παπὰς τὰ εἶπε μὲ πραότητα καὶ χωρὶς ἐγωισμό. Ἦταν δεσπότης τοῦ Πατριαρχείου. Ὅταν τελείωσε, εἶπε:

— Ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτα. Ἐσεῖς κρίνετε ποιὸ εἶναι τὸ σωστό.
Εἶπε στὸ τέλος ὁ ὁμιλητὴς ντροπιασμένος:
— Πολὺ καλά μᾶς τὰ εἶπε ὁ παπάς! Τ' ἀναίρεσε ὅλὰ τὰ δικά μου.

Εἶναι σπουδαῖο πράγμα ἡ κατάρτιση, ὅταν συνδυάζεται μὲ τὴν πραότητα, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις. Νὰ μιλᾶτε, ὅταν ἔχετε σχετικὴ κατάρτιση στὸ θέμα. 
Ἂν δὲν ἔχετε, νὰ μιλᾶτε μὲ τὸ παράδειγμά σας.

Στὶς συζητήσεις λίγα λόγια γιὰ τὴ θρησκεία καὶ θὰ νικήσετε. Ἀφῆστε ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἄλλη γνώμη νὰ ξεσπάσει, νὰ πεῖ, νὰ πεῖ... Νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ἔχει νὰ κάνει μ' ἕναν ἤρεμο ἄνθρωπο. Νὰ ἐπιδράσετε μὲ τὴν καλοσύνη σας καὶ τὴν προσευχή σας κι ἔπειτα τοῦ μιλᾶτε λίγο. Δὲν κάνετε τίποτα, ἂν τὰ πεῖτε ἔντονα, ἂν τοῦ πεῖτε, παραδείγματος χάριν, «εἶπες ψέμα!». Καὶ τί θὰ βγεῖ; Εἶστε «ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10, 16). Τί νὰ κάνετε; Ν' ἀδιαφορεῖτε ἐξωτερικά, ἀλλὰ νὰ προσεύχεσθε μέσα σας. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι, καταρτισμένοι, μὲ παρρησία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἁγιότητα, πραότητα, προσευχή. Γιὰ νὰ κάνετε αὐτὸ ὅμως, πρέπει νὰ γίνετε ἅγιοι.

Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπ' ὅλα.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ δὲν ἔχει ὅρια, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Νὰ ἐκτείνεται παντοῦ, στὰ πέρατα τῆς γῆς. Παντοῦ, σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἐγὼ ἤθελα νὰ πάω νὰ ζήσω μαζὶ μὲ τοὺς χίπηδες στὰ Μάταλα χωρίς, βέβαια, ἁμαρτίες, γιὰ νὰ τοὺς δείξω τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πόσο εἶναι μεγάλη καὶ πῶς μπορεῖ νὰ τοὺς ἀλλάξει, νὰ τοὺς μεταμορφώσει. Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπ' ὅλα. Θὰ σᾶς τὸ πῶ μ' ἕνα παράδειγμα.

- Ἦταν ἕνας ἀσκητὴς κι εἶχε δυὸ ὑποτακτικούς. Προσπαθοῦσε πολὺ νὰ τοὺς ὠφελήσει καὶ νὰ τοὺς κάνει καλούς. Εἶχε, ὅμως, τὴν ἀνησυχία ἂν ὄντως προχωροῦν στὴν πνευματικὴ ζωή, ἂν προοδεύουν κι ἂν εἶναι ἕτοιμοι γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Περίμενε ἕνα σημάδι γι' αὐτὸ ἀπ' τὸν Θεό, ἀλλὰ δὲν ἔπαιρνε καμία ἀπάντηση. Κάποια ἡμέρα θὰ γινόταν ἀγρυπνία στὴν ἐκκλησία μίας ἄλλης σκήτης, ποὺ ἀπεῖχε πολλὲς ὧρες ἀπ' τὴ δική τους. Ἔπρεπε νὰ γίνει πορεία μὲς στὴν ἔρημο. Ἔστειλε τοὺς ὑποτακτικούς του ἀπ' τὸ πρωί, ὥστε νὰ φθάσουν νωρίς, γιὰ νὰ τακτοποιήσουν τὴν ἐκκλησία, κι ὁ Γέροντας θὰ πήγαινε τ' ἀπόγευμα. Οἱ ὑποτακτικοὶ εἶχαν προχωρήσει ἀρκετά, ὅταν ξαφνικὰ ἄκουσαν βογγητά. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος βαριὰ τραυματισμένος καὶ ζητοῦσε βοήθεια:

— Πάρτε με, σᾶς παρακαλῶ, τοὺς ἔλεγε, γιατί ἐδῶ εἶναι ἐρημιά, κανεὶς δὲν περνάει, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ μὲ βοηθήσει; Ἐσεῖς εἶστε δυό. Σηκῶστε μὲ καὶ ὁδηγῆστε με στὸ πρῶτο χωριό.
— Δὲν μποροῦμε! τοῦ εἶπαν. Βιαζόμαστε νὰ πᾶμε γιὰ τὴν ἀγρυπνία, ἔχομε πάρει ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσομε.
— Πάρτε με, σᾶς παρακαλῶ! Ἂν μ' ἀφήσετε, θὰ πεθάνω, θὰ μὲ φᾶνε τὰ θηρία.
— Δὲν μποροῦμε! Τί νὰ κάνομε, πρέπει νὰ πᾶμε στὸ καθῆκον μας.

Κι ἔφυγαν. Τ' ἀπόγευμα ξεκίνησε ὁ Γέροντας γιὰ τὴν ἀγρυπνία. Πέρασε ἀπ'τὸν ἴδιο δρόμο. Ἔφθασε καὶ στὸ μέρος ποὺ ἦταν ὁ τραυματισμένος. Τὸν βλέπει, τὸν πλησιάζει καὶ τοῦ λέει:

— Τί ἔπαθες, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Τί ἔχεις; Ἀπὸ πότε εἶσαι ἐδῶ; Δὲν σὲ εἶδε κανείς;
— Πέρασαν τὸ πρωὶ δύο μοναχοὶ καὶ τοὺς παρακάλεσα νὰ μὲ βοηθήσουν, ἀλλὰ βιαζόντουσαν νὰ πᾶνε στὴν ἀγρυπνία.
— Θὰ σὲ πάρω ἐγώ. Μὴν ἀνησυχεῖς! τοῦ λέει.
— Δὲν μπορεῖς ἐσύ, εἶσαι γέροντας, δὲν μπορεῖς νὰ μὲ σηκώσεις, ἀδύνατον!
— Ὄχι, θὰ σὲ πάρω! Δὲν μπορῶ νὰ σ' ἀφήσω!
— Μὰ δὲν μπορεῖς νὰ μὲ σηκώσεις.
— Θὰ σκύψω, καὶ σὺ πιάσου ἀπὸ πάνω μου καὶ λίγο λίγο θὰ σὲ πάω σὲ κανένα κοντινὸ χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αὔριο, θὰ σὲ φθάσω.

Καὶ τὸν πῆρε μὲ μεγάλη δυσκολία κι ἄρχισε νὰ βαδίζει μὲ τὸ βάρος ἐκεῖνο μὲς στὴν ἄμμο πάρα πολὺ δύσκολα. Ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι καὶ σκεπτόταν: «Ἔστω καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ φθάσω». Καθὼς ὅμως προχωροῦσε, ἄρχισε νὰ νιώθει τὸ φορτίο του πιὸ ἐλαφρό, πιὸ ἐλαφρὸ καὶ σὲ κάποια στιγμὴ αἰσθάνθηκε σὰν νὰ μὴν κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω νὰ δεῖ τί συμβαίνει καὶ βλέπει μὲ ἔκπληξη πάνω του ἕναν ἄγγελο. Ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε:

— Μ' ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ πληροφορήσω ὅτι οἱ δύο ὑποτακτικοί σου δὲν εἶναι ἄξιοι της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γιατί δὲν ἔχουν ἀγάπη.


Ἀπὸ τὸ «Βίος καὶ Λόγοι», ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ-Κρήτης 2004

13 Νοε 2015

Ἐμοὶ τὸ ζῇν Χριστὸς, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος-Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Τιμάται στις 13 Νοεμβρίου

Περισσότερα για το Βίο του εδώ και για τους Λόγους του εδώ

Ἐμοὶ τὸ ζῇν Χριστὸς, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος

Πολλὰ τὰ κύματα καὶ χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον• ἀλλ' οὐ δεδοίκαμεν, μὴ καταποντισθῶμεν• ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται• ἐγειρέσθω τὰ κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τὸ πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει.

Τί δεδοίκαμεν, εἰπέ μοι; Τὸν θάνατον; Ἐμοὶ τὸ ζῇν Χριστὸς, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος. Ἀλλ' ἐξορίαν, εἰπέ μοι; Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.

Ἀλλὰ χρημάτων δήμευσιν; Οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲν ἐξενεγκεῖν δυνάμεθα• καὶ τὰ φοβερὰ τοῦ κόσμου ἐμοὶ εὐκαταφρόνητα, καὶ τὰ χρηστὰ καταγέλαστα.

Οὐ πενίαν δέδοικα, οὐ πλοῦτον ἐπιθυμῶ• οὐ θάνατον φοβοῦμαι, οὐ ζῆσαι εὔχομαι, εἰ μὴ διὰ τὴν ὑμετέραν προκοπήν. ∆ιὸ καὶ τὰ νῦν ὑπομιμνήσκω, καὶ παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν θαῤῥεῖν ἀγάπην.

10 Νοε 2015

Ο Άγιος Μηνάς "ο εν τω Κοτυαείω", ο μεγαλομάρτυρας

Πηγή:εδώ και εδώ
Τιμάται την 11η Νοεμβρίου
 

Έζησε τον 3ο αιώνα μ. Χ. επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού. Γεννήθηκε από ειδωλολάτρες γονείς στην Αίγυπτο, αλλά ο Μηνάς από έφηβος γνώρισε τον Χριστό και αφοσιώθηκε με όλη του την καρδιά σ' Αυτόν. Όταν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, θέλησε να αποσυρθεί σε τόπο, όπου το σώμα του και το πνεύμα του να είναι εκτός κάθε ειδωλολατρικού ερεθίσματος. Κατέφυγε στο όρος Κοτυάειον της Φρυγίας, όπου μαζί με άλλους, ζούσαν σαν μια αυτόνομη και ελεύθερη κοινωνία Χριστού. Όταν όμως εξερράγη ο διωγμός κατά των χριστιανών, ο Μηνάς δεν άντεξε και κατέβηκε στην πόλη να ομολογήσει τον Χριστό. Σε μια πανήγυρη των ειδωλολατρών, όρμησε με θάρρος και εν μέσω όλων διακήρυξε ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Αμέσως όλοι έπεσαν επάνω του, τον συνέλαβαν και ο δικαστής Πυρρός τον έκρινε ένοχο θανάτου. Τότε ο Μηνάς απάντησε:" Ώστε δικάζομαι σαν ένοχος, επειδή στο πανηγύρι σας διακήρυξα την αλήθεια του Θεού μου, χωρίς να αγγίξω κανένα από σας. Τότε εσείς τι είσθε, όταν όχι μόνο τη θρησκεία μας βρίζετε, αλλά και με χίλια δυο βάσανα θανατώνετε νέους, γέρους, γυναίκες και παιδιά; Αυτή λοιπόν είναι η δικαιοσύνη σας; Αυτά τα φώτα σας; Αυτός ο πολιτισμός σας; Μου προτείνετε να θυσιάσω στα είδωλα για να διαφύγω το θάνατο. Μη χάνετε λοιπόν τον καιρό σας. Το θύμα είναι μπροστά σας και δεν έχει ανάγκη της διαφυγής που του προτείνετε. Διότι το αίμα μου θα φανεί ισχυρότερο και θα σας καταπνίξει". Εξαγριωμένοι από την απάντηση οι ειδωλολάτρες, με φρικτό τρόπο τον αποκεφάλισαν (304 μ. Χ.).

Όταν ο διωγμός των χριστιανών έπαυσε η παράδοση λέγει ότι άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στον πάπα Αλεξανδρείας Αθανάσιο, λέγοντας να φορτώσει το σώμα του Αγ. Μηνά σε μια καμήλα και να κατευθυνθεί προς τη Δυτική έρημο. Στο μέρος που κατά θεία παρέμβαση σταμάτησε η καμήλα, κοντά στη Μαρεώτιδα λίμνη έθαψαν το σώμα του. Για πολλά χρόνια δεν γνώριζαν τίποτα για τον μάρτυρα στρατιώτη Αγ. Μηνά. Μέχρι που κάποια στιγμή κάποια άρρωστα πρόβατα και ο βοσκός που βρίσκονταν σε εκείνα τα μέρη έγιναν κατά θαυμαστό τρόπο καλά. Πολλοί άρρωστοι άρχισαν να έρχονταν εκεί και γίνονταν καλά χωρίς να γνωρίζουν ποιός έκανε αυτά τα θαύματα. Μέχρι και η κόρη ενός αυτοκράτορα του Βυζαντίου (πιθανότατα του Μεγ. Κωνσταντίνου) ήλθε εκεί για να θεραπευθεί.

Ένα βράδυ και ενώ βρίσκονταν σ'αυτό το μέρος ,εμφανίστηκε στον ύπνο της ο Αγ. Μηνάς λέγοντάς της ότι εκεί βρίσκονται τα άγια λείψανά του και να χτιστεί εκεί ένας ναός προς τιμήν του. Στα 45 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας. Ο αυτοκράτορας ,έχτισε προς τιμήν του όχι μόνο έναν  ναό αλλά μια πόλη, που συμπεριλάμβανε δρόμους, κτίρια εκκλησίες και ένα βαπτιστήριο. Η μαρμάρινη πόλη του Αγ. Μηνά έγινε ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της χριστιανοσύνης, αφού έχουν βρεθεί μπουκαλάκια λαδιού ή αγιασμού με χαραγμένο επάνω τους το όνομα του Αγ. Μηνά σε πολλές αρχαιολογικές ανασκαφές στην Χαιδελβέργη, στο Μιλάνο, στη Δαλματία, στη Μασσαλία και στην Ιερουσαλήμ. Στα μέσα του 7ου αιώνα η πόλη καταστράφηκε από τους μουσουλμάνους. 

Ο πάπας Αλεξανδρείας Κύριλλος ο VI (πάπας μεταξύ 1959-1971),έχτισε ένα από τα πιο εντυπωσιακά μοναστήρια της Αιγύπτου και εκεί φυλάσσεται το λείψανο του Αγ. Μηνά.

Από το 1979 η μαρμάρινη πόλη του Αγ. Μηνά (Abu Mena) ανήκει στα μνημεία παγκοσμίου κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.



Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατείαν κατέλιπες την κοσμικήν, αθλητά, ουράνιον είληφας την κληρουχίαν, σοφέ, και στέφος αμάραντον, δόξαν αποδιώξας βασιλέως γήινου, άθλους δε διανύσας μαρτυρίου γενναίου. Διό, μεγαλομάρτυς Μηνά, πρέσβευε σωθήναι ημάς



Κοντάκιο. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Της στρατείας ήρπασε, της επικήρου, και αφθάρτου έδειξε, σε Αθλοφόρε κοινωνόν, Μηνά Χριστός ο Θεός ημών, ο των Μαρτύρων ακήρατος στέφανος



Ο Χριστός και ο Άγιος Μηνάς, εικόνα από το Bawit της Αιγύπτου, 6ος αι. Παρίσι, Λούβρο Φωτό: el.wikipedia.org