Ο Ων

Ο Ων
"Μην κοιτάς τ'αγκάθια...ψάξε για το ρόδο"

4 Οκτ 2016

Η ἐρχόμενη Βασιλεία - Η Ποιμαντική σκέψη της Εβδομάδος


…Κάμε να ξαναϊδώ
πίσω απ’ τις αγερόχυτες κορφές σου ν’ ανατέλλει
σαν ήλιος πάλι το όραμα της παγκόσμιας αγάπης.

« Η Ἐκκλησία μέσω τοῦ ἀνθρώπου σώζει καί λυτρώνει τόν κόσμο. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς «αὐτός ὁ κόσμος» σώζεται καί λυτρώνεται κάθε φορὰ πού ἕνας ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται στό θεϊκό δῶρο, τό ἀποδέχεται καί ζεῖ μ’ αὐτό. Αὐτό δέν μεταμορφώνει τόν κόσμο σέ Βασιλεία οὔτε τήν κοινωνία σέ Ἐκκλησία. Παραμένει ἀμετάβλητη ἡ ὀντολογική ἄβυσσος μεταξύ του παλιοῦ καί τοῦ νέου καί δέν μπορεῖ νά καλυφθεῖ σ’ αὐτό τόν «αἰώνα». Ἡ Βασιλεία πρόκειται νά ἔρθει καί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Καί ὅμως αὐτή ἡ ἐρχόμενη Βασιλεία εἶναι ἤδη παροῦσα καί ἡ Ἐκκλησία λαμβάνει τό πλήρωμά της σ’ αὐτό τόν κόσμο. Εἶναι παροῦσα ὄχι μόνο ὡς «ἀναγγελία», ἀλλά μέ ὅλη της τήν πραγματικότητα καί μέσω τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, πού εἶναι ὁ καρπός της, ἐπιτελεῖ συνέχεια τήν ἴδια μυστηριακή μεταμόρφωση τοῦ παλιοῦ σέ νέο, κάνει δυνατή τήν πραγματική πράξη, τό πραγματικό «ποιεῖν» μέσα σ’ αὐτόν τόν κόσμο.»

π. Αλέξανδρος Σμέμαν


Υ.Γ.: Το τρίστιχο είναι αποσπάσματα από το ποίημα «Χτες τη νύχτα ξαναγύρισα στον Ταΰγετο» του Ν. Βρεττάκου.

2 Οκτ 2016

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6:31-36


6:31. καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32. καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35. πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Μετάφραση

6:31. Και όπως θέλετε να κάνουν και να συμπεριφέρονται απέναντι σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να πράττετε και να συμπεριφέρεσθε προς αυτούς. 32. Εάν αγαπάτε μόνον αυτούς που σας αγαπούν, ποία χάρις του Θεού και αμοιβή σας αξίζει; Διότι και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. 33. Και εάν κάνετε το καλόν εις εκείνους μόνον που σας ευεργετούν, ποία ανταμοιβή εκ μέρους του Θεού σας ανήκει; Διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιον κάμνουν. 34. Και εάν δανείζετε εις εκείνους, από τους οποίους περιμένετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποία ευμένεια και ανταπόδοσις από τον Θεόν σας αρμόζει; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς, δια να λάβουν από αυτούς ομοίας εξυπηρετήσεις εις την ανάγκην των. 35. Αλλά σεις να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευργετήτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε εις καμμίαν ανταπόδοσιν και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είσθε εις την βασιλείαν των ουρανών παιδιά του Υψίστου, διότι και αυτός είναι αγαθός και ευργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχαρίστους και πονηρούς. 36. Γίνεσθε λοιπόν εύσπλαχνοι στους γύρω σας ανθρώπους, όπως και ο Πατήρ σας είναι πολυεύσπλαγχνος προς όλους.

"Το δάκρυ του Μαέστρου"

...Μια φορά και έναν καιρό, μέσα στο χώρο και στο χρόνο, στο πουθενά και στο ποτέ, στο τώρα, το χθες και το αύριο, ήταν τα όργανα μιας συμφωνικής ορχήστρας.

Έχει πολλά όργανα μια συμφωνική ορχήστρα και όλα καθοδηγούνται από το Μαέστρο. Αυτός δίνει το σύνθημα και όλοι ανεξαιρέτως παρακολουθούν την κάθε του κίνηση με απόλυτη προσήλωση. Χάρις σ' αυτόν, η ορχήστρα χαρίζει μουσικές αρμονίες και μας κάνει να νιώθουμε συναισθήματα, άλλοτε όμορφα, ευχάριστα και άλλοτε άσχημα, δυσάρεστα· δίχως αυτόν, καμία μουσική αρμονία δεν μπορεί να υπάρξει. ...Κάποια μέρα που ο Μαέστρος απουσίαζε από την αίθουσα, τα όργανα συγκεντρώθηκαν για να κουτσομπολέψουν. Καθένα πίστευε πως ήταν το καλύτερο ή το πιο χρήσιμο στην ορχήστρα.

...Δεν άργησαν οι διαφωνίες, γιατί η κάθε οικογένεια οργάνων θεωρούσε ότι ήταν ασύγκριτη σε σχέση με την άλλη. "Πώς ήταν δυνατόν, έλεγε, τα πνευστά να συγκριθούν με τα έγχορδα..."

...Τα συναισθήματα που εκπροσωπούσε το κάθε όργανο ήταν σε εξέγερση.

...Η είσοδος του Μαέστρου πέρασε απαρατήρητη.


...Σιγά-σιγά, άρχισε να απλώνεται στην αίθουσα μια παράξενη ησυχία...

Αικατερίνη Σιδέρη 

απόσπασμα από το βιβλίο "Το δάκρυ του Μαέστρου"

1 Οκτ 2016

Καλό μήνα


Ο Χρόνος αλλάζοντας μορφή περιελίσσεται στις ημέρες μας με την συνοδό του, την Ανάγκη και σε εμάς προσφέρεται πατώντας τα φύλλα τα πολλά της γης. Οκτώβριος! Μας χαιρετούν τα κυκλάμινα και τα πανέμορφα χρυσάνθεμα!

Γεμίζουν εικόνες, μεγέθη οσμές, οι ημέρες μας, φωτεινά τα χρώματα τους χαρίζονται σε εμάς για τον Βροχάρη, τον Ομιχλώδη, τον Σπαρτό, τον Μπρουμάρη Οκτώβρη και αυτός χαμογελά.... Και η Αντίθεση συνοδεύει των χρυσανθέμων το μάδημα «σ' αγαπώ - μ΄ αγαπάς»..., μας χαρίζει την μορφή του Λανθάνοντα Χρόνου, και αυτός μας λέει: κόλαση ή παράδεισος;

Και εγώ εύχομαι σε εσάς για τον Αι-Δημητριάτη:

Αλήθειαν κτήσαι, / Αληθείας έχου, / Εθίζειν τους παίδας τω ταληθεί λέγειν. Το γαρ ψεύδεσθαι δουλοπρεπές και πάσιν ανθρώποις ουκ άξιον μιμείσθαι.

Α.Σιδέρη

28 Σεπ 2016

Ξεκίνα να φυτεύεις νέους παραδείσους....


If you were coming in the fall,
I’d brush the summer by…

Έλεγε ένας αγιορείτης, « όταν σου πετάει ο διάολος πέτρες, πάρε τις και κτίσε εκκλησία» και ο Χριστιανόπουλος από άλλο μετερίζι αναφέρει, «έχτισα τον παράδεισο μου με τα υλικά της κόλασης σου..».

Θα έρθει η μέρα που θα ανακαλύψεις ότι ο προδότης κοιμόταν στην αγκαλιά σου. Θα έρθει η μέρα, που θα νιώσεις ότι σε εκμεταλλεύτηκαν και έπαιξαν με θράσος πάνω στα πιο παρθένα και αγνά όνειρα σου.

Ότι σε χρησιμοποίησαν για να πατήσουν στα πόδια τους και μόλις πάτησαν σε κλότσησαν με τον πιο χυδαίο τρόπο.

Θα έρθει η μέρα που καλά θα καταλάβεις, ότι ήσουν η ανάγκη τους και όχι η αγάπη τους. Η μοναξιά τότε θα θεριέψει, η θλίψη θα κυματίσει με άγριες διαθέσεις προς την στεριά σου. Μια ορφάνια θα τυλίξει ολάκερο το κορμί σου και τα μάτια σου θα δανειστούν στα πελάγη για να κυλήσει ολόκληρη η αλμύρα τους.

Όμως, στάσου. Στάσου και δες, ότι οι πέτρες που σου πέταξαν μπορούν να φτιάξουν νέα μονοπάτια.
Ότι στην κόλαση που σου χάρισαν μπορείς να κτίσεις νέους παραδείσους. Τίποτε δεν τελείωσε όλα τώρα αρχίζουν.

Ποτέ μια ήττα δεν είναι το τέλος. Μπορεί να σημάνει μια πιο υψηλή αρχή. Το νέο πάντα σε περιμένει όσο εσύ θα επιμένεις να αλητεύεις στην χώρα των ονείρων….Ο Θεός αγαπά τους ηττημένους που μυρίζουν ελπίδα.....


π.Λίβυος

ΥΓ: Το δίστιχο στην αρχή είναι από ποίημα της Emily Dikinson

Δίψα Θεοῦ

Όποιος αισθάνθηκε τις αμαρτίες του, είναι ανώτερος από εκείνον που ανασταίνει  νεκρούς με την προσευχή του … Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν … μη φοβηθείς τους πειρασμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό… Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα.

Όποιος στενάζει μια ώρα για την ψυχή του, είναι ανώτερος  από εκείνον που ωφελεί όλον τον κόσμο. ’Όποιος αξιώθηκε να δει τον εαυτόν του, είναι ανώτερος από εκείνον που αξιώθηκε να δει αγγέλους.
Αγάπησε την απραξία της κατά Θεόν ησυχίας περισσότερο από τον χορτασμό των πεινασμένων όλης της γης και από την επιστροφή πολλών εθνών στην θεογνωσία.

Όταν εργάζεσαι για την αρετή, να φροντίζεις να σε καταφρονούν οι άνθρωποι και τότε θα τιμηθείς από τον Θεό. Μίσησε την τιμή για να τιμηθείς. Εκείνος που τρέχει πίσω από την τιμή του κόσμου, φεύγει η τιμή από μπροστά του. Και εκείνος που αποφεύγει την τιμή, τον καταδιώκει η τιμή και γίνεται κήρυκας της ταπεινώσεώς του.

Ειρήνευσε με τον εαυτό σου, και ο ουρανός κι η γη θα ειρηνεύσουν μαζί σου.

 Ασκητικοί Λόγοι του Ισαάκ του Σύρου
 

26 Σεπ 2016

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες

25 Σεπ 2016

Εσύ και ..οι "εχθροί" σου - Η Ποιμαντική σκέψη της Εβδομάδος


Ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς κάθε ἄνθρωπος σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἔχει ἐχθρούς, αὐτὸ σημαίνει πὼς εἶσαι ἐχθρὸς κάποιου. Πῶς τότε ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο νὰ γίνει φίλος σου, ἀφοῦ εἶσαι ἐχθρός του; Πρῶτα λοιπὸν ξερίζωσε τὴν ἔχθρα ἀπὸ τὴν καρδιά σου κι ὕστερα νὰ μετρήσεις τοὺς ἐχθρούς σου στὸν κόσμο. Στὸ μέτρο ποὺ θὰ ξεριζώσεις ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὴν πονηρὴ αὐτὴ ρίζα κι ἀποκόψεις ὅλα τὰ κλαδάκια ποὺ πετοῦν ἀπ’ αὐτήν, θὰ βρεῖς καὶ λιγότερους ἐχθροὺς νὰ μετρήσεις.

Ἂν μετὰ θελήσεις νὰ γίνουν φίλοι σου οἱ ἄνθρωποι, πρέπει ἐσὺ πρῶτα νὰ πάψεις νὰ εἶσαι ἐχθρός τους καὶ νὰ γίνεις φίλος τους. Ὅσο γίνεσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τόσο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχθρῶν σου θὰ μειώνεται καὶ στὸ τέλος θὰ μηδενιστεῖ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ κύριο θέμα. Τὸ κύριο θέμα εἶναι πὼς σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση θὰ ἔχεις φίλο σου τὸν Θεό.

Εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο γιὰ τὴ σωτηρία σου νὰ μὴν εἶσαι ἐχθρὸς κανενός, νὰ μὴν ἔχεις καθόλου ἐχθρούς. Ἂν εἶσαι ἐχθρὸς ἄλλων, τόσο ἐσὺ ὅσο κι οἱ ἄλλοι εἶστε ἐμπόδια στὴ σωτηρία σου. Ὅταν εἶσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τότε οἱ ἐχθροί σου, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, βοηθοῦν στὴ σωτηρία σου. Ἂς σκεφτόταν ἀλήθεια κάθε ἄνθρωπος τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ἐχθρεύεται ὁ ἴδιος, κι ὄχι ἐκείνους ποὺ εἶναι ἐχθροί του. Τότε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ ἄστραφτε μέσα σὲ μία μέρα σὰν τὸν ἥλιο.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Απὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´-Κυριακοδρόμιο Β´» Ἀθῆναι 2013

18 Σεπ 2016

Με κλειστό παράθυρο


Πρέπει νά μεγαλώσω τά ὅρια· νά περπατήσω
στό εὐτυχισμένο ξέφωτο μέ τό καλό νερό
καί νά μή σκέφτομαι τή νύχτα, τόν καταιγισμό
τῆς πιθανῆς φωτιᾶς, τήν ἔρημο, τή στάχτη, τήν ἀνθρώπινη ἥττα.
Νά ξανοιχτῶ
πάνω στή γῆ σφυρίζοντας σά νά πηγαίνω
νά κάμω στό βουνό τόν ἥλιο δαχτυλίδια
-ὡς νἄτανε ν’ ἀρραβωνιάσω τάχα τήν εἰρήνη
τοῦ κόσμου μέ τήν ἱστορία - ὡς νά πηγαίνω
σέ μιά δουλειά χαρούμενη καί βιαστική,
σά νά πηγαίνω γι’ ἄγριες φράουλες.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Από την ενότητα "Εσωτερική Περιπέτεια" που πρωτοδημοσιεύθηκε στην "ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ 1967-1970", 1972

Κατά Μάρκον 8:34-9:1


8.34. Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν. 36. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37. ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38. ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. 9.1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Μετάφραση

8.34. Και αφού επροσκάλεσε τον λαόν μαζή με τους μαθητάς του, είπεν εις αυτούς· “όποιος θέλει να με ακολουθήση ως πιστός μαθητής μου, ας απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του με τας αδυναμίας, και τα πάθη του, ας πάρη την απόφασιν να υποστή προς χάριν μου ταλαιπωρίες και αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον, και ας με ακολουθήση στον δρόμον, που εγώ εχάραξα. 35. Διότι όποιος θέλει να σώση την επίγειον ζωή του, αυτός θα χάση την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν. Οποιος όμως αψηφήσει και θυσιάσει την ζωήν του προς χάριν εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα σώση την ζωήν του εις την αιωνίαν μακαριότητα. 36. Διότι τι θα ωφελήση τον άνθρωπον, εάν κερδήση ολόκληρον τον υλικόν κόσμον και χάσει την ψυχήν του; 37. Η, τι θα δώση άνθρωπος ως αντάλλαγμα, δια να εξαγοράση την ψυχήν του από τον Αδην, αφού ούτε ο κόσμος όλος δεν ημπορεί να αντισταθμίση την αξίαν της ψυχής; 38. Διότι εκείνος, ο οποίος δια λόγους ανθρωπαρεσκείας και δειλίας θα εντραπή και θα αρνηθή εμέ και τους λόγους μου εις την γενεάν αυτήν, την αποστατημένην και αμαρτωλήν, και ο Υιός του ανθρώπου θα εντραπή αυτόν και θα τον αποκηρύξη, όταν ως κριτής των ανθρώπων έλθη ολόλαμπρος με την δόξαν του Πατρός αυτού συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους”. 9.1. Και έλεγεν εις αυτούς· “Σας διαβεβαιώνω, ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς που ευρίσκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, προτού ιδούν την βασιλείαν του Θεού, δηλαδή την Εκκλησίαν, να εγκαθίσταται και να θεμελιώνεται εις την γην με δύναμιν κατά την ημέραν της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος”.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

13 Σεπ 2016

Η επέτειος ενός «Τρελού»

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.

Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.

Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.

–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.

Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του.

Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του.

Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση.

– Φίλε, αύριο έχω επέτειο.

– Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια;

 – Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι.

– Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες;

– Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός.

Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό».

Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής.

 Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

– Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα.

Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά.

Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του.

Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους.

– Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι;

– Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις;

Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν.

Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη.

– Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας.

Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του.

Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα.

Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά.

Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί.

Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν.

– Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα.

Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο.

Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους.

– Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του.

– Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις.

Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε.

Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί.

Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος)

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά», εκδ. Αρμός 2011

…για την Αγάπη

...τότε η Αλμήτρα είπε:
Μίλησε μας για την Αγάπη.
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρυσε το λαό,
κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
Και με φωνή μεγάλη είπε:

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησε την,
μ' όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.
Κι όταν τα φτερά της σ' αγκαλιάσουν
παραδώσου, μ' όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο
ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της
μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου
σαν τον βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί, όπως η Αγάπη σε στεφανώνει, έτσι θα σε σταυρώσει.
Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορυφή σου και χαϊδεύει
τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
έτσι ανεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει
την προσκόλλησή τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει
για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της
για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού
το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η Αγάπη
για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου
και με τη γνώση αυτή να γίνεις
κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο
την ησυχία της Αγάπης και την ευχαρίστηση
της Αγάπης,
τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα
να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις
έξω από το αλώνι της Αγάπης.
Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο
όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου,
και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η Αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της
και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της.
Η Αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται
γιατί η Αγάπη αρκείται στην Αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: « Ο Θεός είναι
στην καρδιά μου» αλλά μάλλον « εγώ βρίσκομαι
στην καρδιά του Θεού.»

Και μην πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις
την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη,
αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν είναι καμιά άλλη επιτυχία
εκτός από την εκπλήρωση της.
Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες,
ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου:

Να λιώσεις και να γίνεις σαν το
τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στην νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την γνώση σου της αγάπης.
Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και
να προσφέρει ευχαριστίες για μια ακόμη μέρα αγάπης.

Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι
την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ' ευγνωμοσύνη στην καρδιά.
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή
για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου
και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Χαλίλ Γκιμπράν

Απόσπασμα από το έργο «Ο Προφήτης»