Ο Ων

Ο Ων
"Μην κοιτάς τ'αγκάθια...ψάξε για το ρόδο"

3 Νοε 2016

Τι ζεις εσωτερικά;


... αν θέλουμε να γνωρίσουμε το εσωτερικό μας βαθιά κι ακόμη βαθύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η πορεία είναι αρκετά δύσκολη. Στο δρόμο μας συναντάμε όλων των ειδών τα τέρατα. Και τα τέρατα αυτά δεν είναι διάβολοι, ούτε οι πλησίον μας· τα τέρατα είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Γενικά ζούμε στραμμένοι προς τα έξω. Και αυτό που μας κάνει να ζούμε έτσι είναι η πλεονεξία, ο φόβος και η περιέργεια. Ένας Γάλλος επιστήμονας που εργαζόταν στην Αμερική, ο Alexis Carrell, στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος», γράφει: «Αν ρωτήσεις τον εαυτό σου πού σταματάει η προσωπικότητά σου, θα διαπιστώσεις ότι, η γλώσσα του λαίμαργου απλώνεται σαν πλοκάμι σε όλα τα φαγώσιμα του κόσμου. Τα μάτια του περίεργου σαν κεραίες φτάνουν και κολλάνε σε καθετί γύρω σου. Τα αυτιά του ωτακουστή γίνονται πλατιά  και μακριά και φτάνουν παντού».

Έτσι λοιπόν το πρώτο πράγμα που έχει κανείς να κάνει, είναι να ξεκολλήσει τα πλοκάμια του απ έξω, από τον περίγυρο, και να τα στρέψει μέσα του. Δεν μπορείς να πορευτείς προς τα μέσα αν ζεις εντελώς εξωτερικά...

Αν μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το πιθανότερο είναι να νιώσουμε βαριεστημάρα. Και βέβαια αυτό πρέπει να μας κάνει να μην απορούμε όταν και οι άλλοι αισθάνονται βαριεστημένοι μαζί μας...

Με άλλα λόγια, ζούμε αντανακλαστικά, κινούμαστε δηλαδή από εξωτερικά και όχι από εσωτερικά ελατήρια. Έτσι, όταν μείνουμε χωρίς εξωτερικό ερεθισμό, τότε ανακαλύπτουμε ότι, σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει μέσα μας που να μας ωθήσει στην πράξη προς μια οποιαδήποτε κατεύθυνση. Αυτό πραγματικά είναι μία τραγική αποκάλυψη.

Υπάρχει ένα κομμάτι στο βιβλίο του DickensPickwick Papers”, που είναι μια θαυμάσια περιγραφή της ζωής μας. Ο Πίκουικ μια μέρα νοίκιασε ένα μόνιππο για να πάει στη λέσχη. Στη διαδρομή ρωτάει τον αμαξά: «πείτε μου, πώς είναι δυνατόν ένα τόσο αδυνατισμένο άλογο να σέρνει ένα τόσο βαρύ αμάξι;» Ο αμαξάς του απαντά: «δεν είναι θέμα αλόγου κύριε αλλά καθαρά θέμα τροχών. Δηλαδή έχουμε ένα υπέροχο ζευγάρι ρόδες, τόσο καλά λαδωμένες, ώστε αρκεί το άλογο λίγο να κινηθεί και οι γερές ρόδες αρχίζουν να γυρίζουν με ταχύτητα. Τότε το καημένο το άλογο, πρέπει να τρέξει για να... γλιτώσει». Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε τον περισσότερο καιρό. Δεν είμαστε το άλογο που σέρνει, είμαστε το άλογο που τρέχει για να γλιτώσει από το αμάξι, γιατί απειλείται η ζωή του.

Επειδή δεν ξέρουμε να ενεργούμε χωρίς κάποια εξωτερική αιτία, ανακαλύπτουμε ότι δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με τον ίδιο τον εαυτό μας. Να γιατί νιώθουμε όλο και περισσότερο ανία.

Οι Πατέρες της Ερήμου, περιγράφουν καταστάσεις όπου υπήρξαν στιγμές στη ζωή των μοναχών που βγήκαν τρέχοντας από τα κελιά τους ζητώντας βοήθεια και προσπαθώντας να συναντήσουν κάποιον ή κάτι ή οτιδήποτε ήταν δυνατόν να βρεθεί, για να ξεφύγουν από την κενότητα και το «άδειο» που βρίσκουμε όλοι μέσα μας μετά από μια σωστή αυτοεξέταση.

Ο Θεοφάνης ο Έγκλειστος λέει: «Οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουν με ένα ροκανίδι που στριφογυρίζει γύρω από το κούφιο κέντρο του».

Όταν ο άνθρωπος αντικρύσει αυτήν την πραγματικότητα, τότε έρχεται αντιμέτωπος με μια αγωνία που πραγματικά σε παραλύει. Αυτή η στιγμή απελπισίας και τρόμου, είναι αυτή που θα μας κάνει να φωνάξουμε: «Κύριε ελέησόν με. Είμαι χαμένος. Κύριε σώσε με!»

Είναι η στιγμή που κοιτάζουμε την άβυσσο της ανυπαρξίας... αλλά είναι επίσης και η στιγμή από όπου μπορούμε να «κρούσωμεν την θύραν». Την πόρτα δυστυχώς δεν μπορούμε να την χτυπήσουμε όταν βρισκόμαστε σε προηγούμενα στάδια...

Υπάρχει ένας βαθμός απελπισίας που είναι ταυτισμένος με την πλήρη και τέλεια ελπίδα. Αυτό είναι το σημείο από το οποίο, πορευόμενοι προς το εσωτερικό μας, θα μπορέσουμε να προσευχηθούμε αληθινά. Τότε το «Κύριε ελέησον» είναι αρκετό. Δεν χρειάζεται να πούμε καμία από εκείνες τις περίπλοκες προσευχές που βρίσκουμε στα προσευχητάρια. Αρκεί απλά να κραυγάσουμε μέσα στην απελπισία μας «βοήθεια!» και θα ακουστούμε.

Α.Bloom


Απόσπασμα από το βιβλίο “Μάθε να προσεύχεσαι”, εκδ. ‘Η Έλαφος’, Μάιος 2009 

2 Νοε 2016


Εκείνος που αγαπά το Θεό, πάνω από όλα τα κτίσματά Του προτιμά την γνώση Του κι αδιάλειπτα με πόθο την προσμένει.

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Προσευχή..μια ανακάλυψη!


Προσευχή  σημαίνει αναζήτηση του Θεού, συνάντηση με τον Θεό, και προώθηση πιο πέρα από τη συνάντηση, στην κοινωνία μαζί Του. Η προσευχή είναι λοιπόν μια πράξη, ένα βίωμα, μία στάση. 

Μια στάση όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό αλλά και σε σχέση με τον κόσμο της δημιουργίας. Προκύπτει από τη συναίσθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι απλώς δυσδιάστατος, φυλακισμένος στις συντεταγμένες του χρόνου και του χώρου -ένας κόσμος επίπεδος στον οποίο συναντούμε την επιφανειακή όψη των πραγμάτων, μια θαμπή επιφάνεια που σκεπάζει το κενό...  

Η προσευχή προκύπτει από την ανακάλυψη ότι ο κόσμος έχει βάθος, και ότι δεν περιστοιχιζόμαστε μόνο από ορατά πράγματα, αλλά ότι είμαστε βουτηγμένοι μέσα σε αόρατα πράγματα και διαποτισμένοι απ’ αυτά.  

Κι αυτός ο αόρατος κόσμος είναι συγχρόνως η παρουσία του Θεού, η ύψιστη και κορυφαία πραγματικότητα, και η εσώτατή μας αλήθεια.  

Το ορατό και το αόρατο δε βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους ούτε μπορούν να αντιπαρατεθούν σαν ποσά προς άθροιση· είναι παρόντα συγχρόνως, όπως η φωτιά μέσα στο πυρωμένο σίδερο.  

Το ένα συμπληρώνει το άλλο κατά ένα μυστηριώδη τρόπο που ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει ως «συν-ενύπαρξη»: Η παρουσία της αιωνιότητος στο χρόνο, το μέλλον μέσα στο παρόν και επίσης η παρουσία  κάθε εφήμερης στιγμής μέσα στην αιωνιότητα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όλα μαζί εσχατολογικά, το ένα μέσα στο άλλο όπως το δέντρο μέσα στο σπόρο!  

Το να ζει κανείς μόνο μέσα στον ορατό κόσμο είναι σαν να ζει στην επιφάνεια, αγνοεί ή παραγκωνίζει όχι μόνο την ύπαρξη του Θεού, αλλά και το βάθος των δημιουργημάτων.  

Σημαίνει καταδίκη του εαυτού μας σε μια επιφανειακή μόνο αντίληψη του κόσμου. Όταν όμως δούμε βαθύτερα τότε ανακαλύπτουμε στην καρδιά των πραγμάτων ένα σημείο ισορροπίας που αποτελεί την τελείωσή τους.  

Στα γεωμετρικά μεγέθη δεν υπάρχει εσωτερικότητα. Τα όριά τους είναι πεπερασμένα. Ο κόσμος τέτοιων μορφών είναι δυνατό να πολλαπλασιαστεί, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί σε βάθος.  

Η καρδιά όμως του ανθρώπου διαθέτει βάθος. Όταν προσεγγίσουμε την απαρχή της ζωής μέσα στον άνθρωπο, ανακαλύπτουμε πως η ίδια αυτή η ζωή πηγάζει από πιο πέρα.  

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοιχτή στο μη ορατό. Όχι στο μη ορατό της ψυχολογίας του βάθους, αλλά στο άπειρο μη ορατό, στο δημιουργικό Λόγο του Θεού στον Θεό τον ίδιο.  

Έτσι η επιστροφή στον εαυτό μας δεν είναι συνώνυμη με την ενδοστρέφεια, αλλά με την ανάδυσή μας πέρα από τα όρια του πεπερασμένου εαυτού μας. 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: «Όταν ανακαλύπτεις την πόρτα της καρδιάς σου, ανακαλύπτεις την πύλη τ' ουρανού». Η ανακάλυψη τώρα του δικού μας εσωτερικού βάθους συμβαδίζει με την αναγνώριση του βάθους των άλλων. Καθένας μας έχει τη δική του απεραντοσύνη. Χρησιμοποιώ τη λέξη «απεραντοσύνη» σκόπιμα. Σημαίνει πως το βάθος δε μετριέται, όχι γιατί είναι τόσο μεγάλο που να μην το φτάνουν τα μέτρα μας, αλλά διότι η ποιότητά του δεν υπόκειται καθόλου σε μετρήσεις.  

Η απεραντοσύνη της προσωπικής μας κλήσεως είναι ότι μετέχουμε στη θεία φύση, και ότι ανακαλύπτοντας το προσωπικό μας βάθος ανακαλύπτουμε τον Θεό τον οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αθέατο πλησίον μας, Άγιον Πνεύμα, Χριστό, Πατέρα.  

Επίσης ανακαλύπτουμε την απεραντοσύνη και την αιωνιότητα του Θεού στο γύρω κόσμο μας. Και αυτή είναι η απαρχή της προσευχής: η αναγνώριση ενός τρισδιάστατου κόσμου σε χρόνο, χώρο και σε ένα μόνιμο αλλά συνεχώς εναλλασσόμενο βάθος.

Anthony Bloom

Από το βιβλίο Αντωνίου του Σουρόζ «Θέλει τόλμη η προσευχή», εκδ. Ακρίτας

30 Οκτ 2016

Στιγμές

! ναί, ξέχασα ν σο π,
πς τ στάχυα εναι χρυσ κι πέραντα …


Χθες πήγα εκδρομή. ’Ήθελα να ανασάνω, ήθελα να δω καινούρια μέρη, τοπία, δέντρα, τη θάλασσα. Να ξεφύγω από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και να αναπνεύσω φρέσκο αέρα..

Η πόλη που επισκέφθηκα ήταν παραθαλάσσια. Πολύ όμορφη. Υπήρξαν στιγμές που μύρισα τη θάλασσα, χάρηκα τους γλάρους, είδα πάρκα με μνημεία, γκαλερί, γλυπτά. Δρομάκια πλακόστρωτα με λογιών λογιών καταστήματα και ζαρντινιέρες στα παράθυρα ανθισμένες, που παρόλο το κρύο θύμισαν καλοκαίρι.

Από όλα που είδα έμειναν ζωντανές μέσα μου τρεις εικόνες, τρεις μικρές στιγμές . . .

Είδα την ελευθερία σε ένα ψαρά να διαβάζει αμέριμνος την εφημερίδα του χωρίς να ενοχλείται από τις νεαρές παρέες, τα παιδιά που έπαιζαν στην παραλία, τους βιαστικούς κυρίους για τη δουλειά τους και τους ενοχλητικούς τουρίστες που τραβούσαν φωτογραφίες.

Είδα την ειρήνη στο πρόσωπο ενός νεαρού που ξαφνικά έστησε την άρπα του στη μέση του πάρκου και άφησε το ταλέντο του να ξεχυθεί, μαζί με όλη την ευαισθησία του να εναρμονίζεται με τη φύση γύρω του.

Κατά το βραδάκι, είδα και τη δική μου αδυναμία ή ανικανότητα - όπως θες - ξαπλωμένη στα σκαλοπάτια ενός πολυτελούς καταστήματος να κοιμάται κάτω από μια κουβέρτα.

Σ’αυτές τις στιγμές χαράχτηκαν νέα μονοπάτια αιωνιότητας μέσα μου… Σε αυτές, τις ζωντανές στιγμές, γέμισε η καρδιά μου με πάλη και ελπίδα. Μου θύμισε πως συνεχίζει να χτυπά …


Υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι από ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

29 Οκτ 2016

Να γινόμαστε κάθε μέρα εκκλησία


Λέει ο π. Φιλόθεος Φάρος «…..Στην Εκκλησία οι άνθρωποι μοιράζονται με τους άλλους τον εαυτό τους, το βίο τους, τον χρόνο τους, τις ανησυχίες τους, την δημιουργικότητά τους, τη χαρά τους, την λύπη τους, την πίκρα τους, την απόγνωσή τους, την ελπίδα τους, την πίστη τους…….. Δεν υπάρχει Εκκλησία εκεί που oι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους..» Βέβαια το ερώτημα που γεννάται είναι πού είναι αυτή η εκκλησία. Πού μπορεί κανείς να την συναντήσει.

Αλλά για μένα το ερώτημα δεν είναι σωστό. Γιατί όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, αντί να διαμαρτυρόμαστε για το σκοτάδι είναι προτιμότερο να ανάψουμε ένα κερί. Θα μπορούσαμε λοιπόν εάν πραγματικά θέλαμε την εκκλησία του Χριστού παρούσα στην ζωή μας, τότε θα έπρεπε όλοι καθημερινά να αγωνιζόμαστε να την πραγματώσουμε. Όχι ως νεκρό θεσμό και κρατικό δεκανίκι εξουσίας, αλλά ως ουσιαστική πρόταση ζωής. Ως την οντολογική μας ανάγκη να υπάρχουμε ως εκκλησία. Να γινόμαστε κάθε μέρα εκκλησία. Να εκκλησιαστικοποιούμε την ύπαρξη μας. Να ανοιγόμαστε καθημερινά στον Θεό και τον συνάνθρωπο μας, ως κοινωνία μυστηρίου.

Δεν θέλω να κοιμίσω τον εαυτό μου με καμία ψυχότροπη ουσία και πολύ περισσότερο με μια θεωρία ή ιδεολογία ώστε να αρνηθώ την τραγικότητα της ζωής. Μονάχα όταν με τιμιότητα και ρεαλισμό την αντιληφθούμε μπορούμε να την νικήσουμε. Όσο της κρυβόμαστε και όσο δεν θέλουμε να δούμε κατάματα την αλήθεια της, δεν ωριμάζουμε, δεν μαθαίνουμε, δεν εξελισσόμαστε.

Ο Χριστός δεν απέφυγε τον πόνο ποτέ. Δεν προσπάθησε να ξεφύγει από τον Σταυρό. Δεν απέστρεψε το πρόσωπο του από τους ανθρώπους που υπέφεραν για να μη του χαλάσουν την ατομική ηρεμία και θετική του διάθεση… Ήταν τόσο ανθρώπινος που με αναπαύει,  που με κερδίζει,  που τον αγαπώ, γιατί αυτή η ανθρωπινότητά του είναι η Θεικότητα Του…

…στην παράδοσή μας το δράμα και τη τραγικότητα της ζωής δεν την κρύβουμε, δεν την μπαζώνουμε στα υπόγεια διαμερίσματα του ψυχισμού. Αλλά την μετατρέπουμε σε προσευχή, καφέ και παρέα, γειτονιά, τραγούδι, ύμνο, ζωγραφική, θέατρο, τρέλα. Στην παράδοσή μας, εκείνη των βουνών, της θάλασσας και του αέρα που αναπνέουμε, της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της Θείας Λειτουργίας, του Παπαδιαμάντη και του Σολωμού, η τραγικότητα της ζωής δεν φτιασιδώνεται. Δεν μασκαρεύεται. Δεν φοράει τα καλά της. Είναι αυτή που είναι. Ωμή, αφτιασίδωτη, ειλικρινής, ντόμπρα και σταράτη. Έτσι λυτρώνεται. Έτσι μεταμορφώνεται, έτσι σώζεται από το ψέμα και γεμίζει φως από την όντως ζωή.

...Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να μάθει κανείς την αλήθεια της ζωής. Μονάχα η ίδια η ζωή που είναι σκληρή. Αλλά έχει και σοφία, έχει και πολύ ομορφιά.

Το μόνο πρόβλημα ή προσωπικό ερώτημα και στοίχημα μαζί, είναι εάν είμαστε έτοιμοι, να πονέσουμε, να παλέψουμε, να ρισκάρουμε την ασφάλεια της ψευτιάς μας, την κατάρρευση του προσωπικού μας μύθου, το σπάσιμο της εσωτερικής βιτρίνας. Εάν ναι, τότε η ζωή θα γίνει δικιά μας. Θα έχουμε πληρώσει βαρύ αντίτιμο για να σπουδάσουμε στα θρανία της, αλλά αξίζει τον πόνο.


Απόσπασμα από κείμενο του π. Λίβυου

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ

Ασκητισμός και θυσία - Μέρος 3ο



8. Όταν λέμε ότι η χριστιανική αυταπάρνηση πρέπει να είναι υπερφυσική, προσανατολισμένη αποκλειστικά και μόνον προς τον Θεό, εννοούμε ότι πρέπει να έχει ως φυσικό και λογικό καρπό της, μια ζωή προσευχής και καλών έργων, έργων αγάπης του Θεού και των αδελφών. Η χριστιανική αυταπάρνηση δεν είναι μία απλή τεχνική, που αρχίζει και τελειώνει μέσα στα στενά όρια της ατομικής ψυχής. Είναι η πρώτη κίνηση μιας ελευθερίας που ελευθερώνεται από τα δεσμά της ατομικότητας, που με την χάρη του Θεού κατορθώνει να υπερβεί τα όρια της ανθρώπινης φύσεως και γενικότερα της κτιστής πραγματικότητας, δηλαδή όλη την σφαίρα του «σχετικῶς ὄντος», και να μπει σε μία σχέση φιλίας και κοινωνίας με τον «ἀπολύτως ὄντα», με τον άπειρο και πανάγαθο Θεό, από εκεί δε να στραφεί προς όλα όσα αγαπά ο Θεός και ενωμένη με την αγάπη αυτή του Θεού να προσπαθήσει να τα αγκαλιάσει, να προσπαθήσει να τα αγαπήσει και αυτή όπως τα αγαπά ο Θεός, δηλαδή χωρίς υστεροβουλία και χωρίς ιδιοτέλεια.

Η χριστιανική αυταπάρνηση είναι η αρχή μονάχα της πληρώσεως και ολοκληρώσεως του ανθρώπου "ἐν τῷ Θεῷ". Είναι δε αχώριστη από την μετάνοια, την εσωτερική στροφή του ανθρώπου από τον εαυτό του προς τον Θεό. Η χριστιανική αυταπάρνηση είναι η άρνηση της καταστάσεως της μη "πεπληρωμένης" και μη δυναμένης να "πληρωθῇ" στην οποία μας οδήγησε η αμαρτία. Η άρνηση της φτώχειας και της κενότητας μας, η άρνηση του μηδενός μας· το πρώτο βήμα της στροφής μας προς το πλήρωμα και τον πλούτο του Θεού και όλης της δημιουργίας του.

Η αυταπάρνηση μάς απολυτρώνει από τα πάθη και την φιλαυτία μας. Μας ελευθερώνει από την προληπτική εκείνη προσκόλληση στο «εγώ» μας, ένα «εγώ» που εν γνώσει ή εν αγνοία μας έχει γίνει για μας το κέντρο των πάντων, θεός δηλαδή. Με άλλες λέξεις, μας σώζει από την «σάρκα», όταν η λέξη εννοεί την κατάσταση εκείνη του χωρισμού και της αποξένωσης του ανθρώπου από τον Θεό που προαναφέραμε. Η χριστιανική αυταπάρνηση δεν είναι φυγή από την ύλη ή τις αισθήσεις που μας έδωσε ο Θεός· είναι το πρώτο βήμα προς την μεταμόρφωση ολόκληρης της ύπαρξής μας, που προβλέπει το «θέλημα», δηλαδή το σχέδιο του Θεού. Μια μεταμόρφωση που θα έχει σαν αποτέλεσμα να ζήσουν και τα σώματά μας μέσα στο φως της δόξας του Θεού και να καταστούν μαζί με τις ψυχές μας κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος.

28 Οκτ 2016

Ένα βήμα τη φορά

Πηγή

Ο καλύτερος τρόπος για να βρεις διέξοδο είναι
να περάσεις από μέσα. 

Περπάτα. Μη φοβάσαι το δρόμο. Είναι ότι αξίζει πιο πολύ! Περπάτα. Κι αν νιώσεις πως απόκαμες, πως τα πόδια σου άλλο δεν σε κρατούν, θυμήσου τα δέντρα. Που περνούν από χίλιες κακοκαιρίες, από κεραυνούς, καταιγίδες και χειμώνες.  Χωρίς καθόλου άνθη και φύλλα. Μα, κάποτε έρχεται η άνοιξη. Και μαζί της και η ζεστασιά..

Περπάτα. Στην κάθε σου μέρα να χαμογελάς. Κι αν δε σου βγαίνει, κάνε λίγο μια μικρή στάση. Για να ανασάνεις. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι σου στον ουρανό. Κλείσε τα μάτια σου κι ανάσανε. Μία βαθιά ανάσα που να χωρέσει μέσα της όλη τη δημιουργία. Κι άσε τον ουρανό να σου στείλει ό,τι κρίνει. Είτε στάλες βροχής, είτε ηλιαχτίδες θερμές. Γιατί όλα είναι ταξίδι στη ζωή αυτή. Ακόμα και οι στάλες και οι ηλιαχτίδες. Κι αυτές ταξίδι κάνουν για να΄ρθουν μέχρι εδώ.

Περπάτα. Ένα βήμα τη φορά. Περπάτα. Κι αν αποκάμεις θα είμαι δίπλα σου. Θα είσαι και συ δίπλα μου. Και μαζί μας η Αγάπη Του. Έχουμε τόσα να ανακαλύψουμε ακόμα..

Υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι από το ποιήμα του Robert Frost "A servant to servants" 

Ασκητισμός και θυσία - Μέρος 2ο


6. Προσφέρει μεγάλη δόξα στον Θεόν ο άνθρωπος, που ζει σ’ αυτόν τον κόσμον, εκτιμώντας και χρησιμοποιώντας τα καλά πράγματα της ζωής χωρίς φόβο, χωρίς αγωνία και χωρίς άτακτο πάθος. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε τον Θεό σ’ αυτόν τον κόσμον, αν δεν χρησιμοποιήσουμε τα δώρα του. Βεβαίως, η χρήση αυτή -όπως μας προειδοποιεί ο Απόστολος (Α' Κορ. ζ' 31)- δεν πρέπει να γίνει κατάχρηση· αλλά και δεν μπορεί να πάψει να είναι χρήση. Χρησιμοποιούμε τα δώρα του Θεού «ὡς μή καταχρώμενοι», όταν τα χρησιμοποιούμε χωρίς εγωισμό και χωρίς ιδιοτέλεια, με πλήρη ευγνωμοσύνη και εμπιστοσύνη στον Θεό, με αληθινή αγάπη γι’ Αυτόν. Κάθε υπερβολική μέριμνα για την υλική πλευρά της ζωής καταδικάσθηκε από τον Κύριο, όταν είπε: «Τίς ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπί τήν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα» (Ματθ. στ' 27). Για να χρησιμοποιούμε όμως τα υλικά πράγματα -και γενικώς τα δώρα, που μας χαρίζει ο Θεός- χωρίς υπερβολική μέριμνα και χωρίς περιττή αγωνία, πρέπει να κατορθώσουμε να αποκολληθούμε απ’ αυτά. Και ο καλύτερος τρόπος για να φθάσουμε σ’ αυτή την αποκόλληση είναι να μάθουμε να τα χρησιμοποιούμε με σωστό τρόπο.

27 Οκτ 2016

Η μοναξιά και η σιωπή

Μη φοβηθείς
Και θα με βρεις είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα… 

Όλα τα μεγάλα πνεύματα αγαπούσαν τη μοναξιά, επειδή αγαπούσαν τη συντροφιά του Θεού, την ανενόχλητη συντροφιά με Τον μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.

Στη μοναξιά συνωστίζονται επάνω στον άνθρωπο όλα τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, των οποίων η βάση συμπεριλαμβάνει όλη τη γη και των οποίων οι κορυφές χάνονται στην ομίχλη της αιωνιότητας και της απεραντοσύνης. Και, παρόλο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα λύσει, όμως αισθάνεται κάποια φρικώδη ικανοποίηση ότι στέκεται μεταξύ ανίκητων γιγάντων. Τα λυμένα προβλήματα και αποκαλυμμένα μυστήρια οι άνθρωποι τα περιφρονούν, όπως περιφρονούν και τους νικημένους εχθρούς. Γι’ αυτό ένα μεγάλο πνεύμα αποζητά τη μοναξιά, δηλαδή αποζητά τη συντροφιά των μεγαλύτερων από τον εαυτό του, τη συντροφιά των μη αποκαλυμμένων μυστηρίων, των άλυτων προβλημάτων, τη συντροφιά όλων των γιγαντιαίων μυστηρίων, τα οποία όλα, μαζεύονται γύρω από το μυστήριο του Υψίστου.

Τη σιωπή την αγαπούσαν όλα τα μεγάλα πνεύματα, επειδή βαθιά αισθάνονταν την αλήθεια της λαϊκής παροιμίας: Η μιλιά είναι ασήμι, η σιωπή είναι χρυσός. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος δοκίμασε επάνω στον εαυτό του, ότι ο ίδιος δεν είναι εκείνο που λέει για τον εαυτό του, αλλά εκείνο που αποσιωπά για τον εαυτό του. Όχι εκείνο το οποίο αποσιωπά επίτηδες, αλλά εκείνο που αποσιωπά αναγκαστικά, επειδή δεν μπορεί να το εκφράσει.

Οι συζητήσεις μας μέσα στην παρέα είναι σαν μικρό νόμισμα, με το οποίο εξαγοράζουμε τον εαυτό μας, όσο το μεγάλο νόμισμα παραμένει μέσα μας, αφανέρωτο. Ή, εμείς παρουσιαζόμαστε στην παρέα σαν επιπόλαια στιγμιαία φωτογραφία, όσο το πορτρέτο μας παραμένει μέσα μας, αφανέρωτο.

Εξάλλου, όλα τα μεγάλα στοιχεία είναι τα πιο σιωπηλά -ενώ ο ίδιος ο Θεός πιο σιωπηλός απ’ όλους …

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς 

Υγ: Το τρίστιχο στην αρχή είναι από το ποιήμα 'ερωτικό' του Μάνου Χατζιδάκι

25 Οκτ 2016

Ασκητισμός και θυσία - Μέρος 1ο



1. Αν το πνεύμα μου προσπαθεί να επιβάλει σιωπή στην σάρκα μου δια της βίας, αργά ή γρήγορα η σάρκα μου θα εκδικηθεί το πνεύμα μου μολύνοντάς το κρυφά, με χίλια-δυο δηλητήρια. Η πικρία και η δυστροπία είναι οι συνηθέστεροι καρποί ενός ασκητισμού, που περιορίζεται στο να ασκεί μόνο το σώμα. Το πνεύμα μου είναι φυσικά ανώτερο από την σάρκα μου, αλλά δεν είναι ανεξάρτητο από την σάρκα μου. Θερίζει ό,τι σπέρνει σ’ αυτήν. Και εάν μεν της φέρεται με υπερβολική αδυναμία, αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψει σ’ αυτήν, την εικόνα και την καταδίκη της αδυναμίας του. Αν όμως πάλι της φέρεται με βιαιότητα, αργά ή γρήγορα θα δεχθεί από αυτήν το αποτέλεσμα της βιαιότητάς του. Ο ψευδοασκητής αρχίζει συνήθως με το να είναι υπερβολικά αυστηρός με τον εαυτό του, αλλά καταλήγει, εξ ίσου συνήθως, με το να είναι υπερβολικά αυστηρός με όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του.

22 Οκτ 2016

4 ποιήματα και μία καλημέρα!


Η οικία του Πατέρα

Πέρα
βαθύτερα
από τον ορμητικό χείμαρρο των φαινομένων
εγείρεται
η προαιώνια οικία του Πατέρα
που ο ένας μέσα στον άλλο άκοπα απαρτίζουν
πάνω στη ζώσα πέτρα που λέγεται Χριστός.

Τάσος Θεοφιλογιαννάκος 

Ο έρωτας η ποίηση

Χώρισα από σένα
Μα ο έρωτας προϋπήρχε ακόμα
Κι όταν άπλωσα τα χέρια
Η οδύνη ήρθε να τον κάνει πιο πικρό
Να πιω όλη την έρημο
Για να αποχωριστώ τον εαυτό μου.

Paul Eluard  

Εσώτερη

Κι όμως κανένας δεν το
ξέρει
πως στη βόλτα μας
την τελευταία
εγώ σε
λοξοδρόμησα
και σ'
έβαλα στο μέσα μου περιβόλι.
*
Εκεί ν'
ανθοβολείς σεμνά
καθώς
θα γονατίζω.

Κώστας Μαρδάς

Στὴ σκληρότερη πέτρα

Προσπαθῶ νὰ χαράξω, γιὰ ὅλες
τὶς μέρες τοῦ κόσμου μας, πάνω
στὴ σκληρότερη πέτρα
ποὺ εἶναι ὁ χρόνος, τὸ ἀπόσταγμα
του ἥλιου ποὺ ἔπεσε
μέσα μου: Ἀγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος 


21 Οκτ 2016

Άτιτλο


Εκείνος που γνώρισε τον έρωτα και έμαθε πως ο χρόνος χάνεται μονάχα σε ένα κοίταγμα, βιώνει πληρέστερα την Ανάσταση. Εκεί, όπου οι λέξεις και οι έννοιες στέκονται ανήμπορες στην αμεσότητα της εμπειρίας. Γιατί είναι πολύ μεγαλύτερο αυτό που βιώνει ο ερωτευμένος από αυτό που μπορεί να περιγράψει. Ως εκείνον τον χωρικό που κοιτούσε ώρες την Παναγία και σε ερώτηση του νεωκόρου «μα τι κάνετε εκεί;», απάντησε, «τίποτα, απλά την κοιτάω και με κοιτάει..».

Η αιωνιότητα δεν είναι αόριστος απρόσωπος χρόνος. Αλλά μία μετοχή σε κοινωνία αναστάσιμων σχέσεων, με τον Θεό και τους ανθρώπους. Ο παράδεισος είναι ο χρόνος που χάνεται στο όνομα της σχέσης. Αυτό που δεν πεθαίνει δεν είναι η φύση μας, αλλά οι σχέσεις μας.

 Γιατί στην αγάπη και την σχέση η γλώσσα είναι η σιωπή, και στην Ανάσταση ο χρόνος παράδεισος ...


π. Λίβυος